Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα tales. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα tales. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

A tale that couldn't be right 0: Τα πρώτα χρόνια (μέρος πρώτο)

Ήταν μια συνηθισμένη ζεστή μέρα του Ιουνίου. Το θερμόμετρο στην πόλη άγγιζε μόλις τους 40 βαθμούς. Ο ήλιος βρισκόταν στο πιο υψηλό σημείο της φαινόμενης πορείας του στον ασυννέφιαστο ουρανό. Οι κάτοικοι της περιοχής προτίμησαν να αναπαυθούν στο σπίτι τους ψάχνοντας μια γωνιά που ο κλιματισμός θα έκανε περισσότερο υποφερτή την κατάσταση. Ψυχή δεν υπήρχε στον δρόμο. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν τα πουλιά που κελαηδούσαν. Κάποια από αυτά αλλάζοντας συνήθειες προτίμησαν να πετάξουν σε πιο κρύες περιοχές. Αυτή η απερίγραπτη σιγή διακόπηκε απότομα από ένα ήχο άγνωστης προέλευσης αρχικά. Κανείς επιπλέον δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ήταν. Γρήγορα τα βλέμματα των κατοίκων της περιοχής στράφηκαν στο πολύχρωμο σχολείο. Όλες του οι αυλές φαινόταν άδειες. Τελικά εκείνη που είχε άτομα να περιφέρονται ήταν η μεγάλη, εκείνη με τις δύο μπασκέτες. Δεν είχε πολλά παιδιά, μόλις δύο. Σύντομα όλοι συνειδητοποίησαν το λόγο της ηχορύπανσης. Τα δύο παιδιά έπαιζαν μπάσκετ. Όχι στη μία μπασκέτα αλλά και στις δύο. Η αμφίεση τους δεν ήταν η συνηθισμένη για δύο αθλητές. Φορούσαν και οι δύο παντόφλες. Έτρεχαν αδιάκοπα πάνω κάτω στο γήπεδο προσπαθώντας να ισορροπήσουν στα ακατάλληλα για αθλητισμό υποδήματα τους και οι μάταιες προσπάθειες τους για να πετύχουν ένα καλάθι θύμιζαν το μαρτύριο του Σίσσυφου. Οι γείτονες δεν δυσκολεύτηκαν να τους καταλάβουν. Τα ονόματά τους ήταν Γότθιος και Ασύκωτος. Ο Γότθιος κέρδιζε πάντα σε εκείνες τις μονομαχίες τους. Τίποτα όμως δεν κρατάει για πάντα. Στην τελευταία τους αναμέτρηση το σκορ ήταν ισόπαλο. Όποιος έβαζε τον τελευταίο πόντο θα κέρδιζε. Ο Ασύκωτος βρέθηκε με μπουρδουκλωμένα τα πόδια και με πλάτη στο καλάθι στην πλάγια γραμμή του τριπόντου. Ο Γότθιος δεν έπαιξε άμυνα. Δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος. Ο αντίπαλος του δεν ήταν ικανός να σκοράρει με μπάσιμο. Πόσο μάλλον από αυτή τη δύσκολη θέση. Ο Ασύκωτος έκανε μια περιστροφική κίνηση του βαρέων βαρών κορμιού του. Το ήξεραν και οι δύο πως έκανε βήματα. Ο Γότθιος δεν είπε τίποτα γιατί ήταν σίγουρος πως το τρίποντο θα ήταν άστοχο και ο Ασύκωτος επειδή απλά ήταν προς το συμφέρον του. Η μπάλα έφυγε απο το χέρι του Ασύκωτου διαγράφοντας παραβολική τροχιά. Πράγμα σπάνιο για αυτόν. Συνήθως τα σουτ του ήταν ευθύγραμμα. Η μπάλα αναπήδησε δέκα φορές στη στεφάνη και τελικώς έπεσε μέσα. Εκείνη η νίκη του Ασύκωτου ήταν οδυνήρη για το Γότθιο. Θα του ήταν ταυτόχρονα και ένα μεγάλο μάθημα για το μέλλον. Από εκείνη τη μέρα ξεκίνησε μια μεγάλη κόντρα των δύο. Αυτή συνεχίστηκε και στο buzz, και στο bowling, και παντού. Ζούσαν ο ένας για το θάνατο του άλλου. Ο Γότθιος με πρόφαση ότι θέλει να δει τις Τρεις Χάριτες αποχώρησε και έκλεισαν ραντεβού για το απόγευμα. Όλη την ώρα σχεδίαζε την εκδίκηση του.

Το απόγευμα μετά από πρόταση του Γότθιου αποφάσισαν να πάνε στο πάρκο. Μαζί τους ήρθε και ο Φλώρος Αργοπορούδης. Γνωστός τους από το σχολείο. Ο Γότθιος ήξερε τι έκανε. Ήταν καλύτερος από τα δύο παιδιά σε όλα τα παιχνίδια. Ήταν εξάλλου 45 κιλά ενώ οι άλλοι δύο ήταν από 90 ο καθένας. Τους πρότεινε να παίξουν στις κούνιες. Θα έπρεπε να σταθούν όρθιοι στην κούνια ενώ αυτή ήταν αρχικά ακίνητη και μετά σε κίνηση. Ο Γότθιος πέτυχε και τις δύο φορές με την πρώτη προσπάθεια. Ο Φλώρος προσπάθησε την πρώτη γύρω στις πέντε έξι φορές αλλά εγκατέλειψε. Ο Ασύκωτος ήταν ξεροκέφαλος. Επέμενε, επέμενε. Πίστευε πως εκείνη ήταν η μέρα που θα κέρδιζε άνετα το Γότθιο. Είχε προσπαθήσει να ανέβει στην ακίνητη κούνια επί μισή ώρα. Οι άλλοι δύο κουβέντιαζαν στο παγκάκι. Ξαφνου είδαν το πόδι του Ασύκωτου να μπερδεύεται στην αλυσίδα. Η κούνια έφυγε κατά πίσω. Δυστυχώς για τον Ασύκωτο η ορμή του συστήματος έπρεπε να παραμείνει μηδενική. Η πειραματική απόδειξη της αρχής αυτής ήταν απλή. Ο Ασύκωτος βρέθηκε πεσμένος με τα μούτρα στο έδαφος. Πριν προλάβουν να γέλασουν οι φίλοι του τους πρότεινε να πάνε στο γύρω γύρω όλοι. Ο Φλώρος ήταν αρκετά δειλός για να ανέβει και απλώς γυρνούσε τα φιλαράκια του. Σε μια στιγμή σταμάτησε και τα δύο παιδιά κατέβηκαν ζαλισμένα. Ο Γότθιος κατάφερε να πιαστεί από το μονόζυγο. Όταν πλέον τα μάτια του είδαν τον πραγματικό κόσμο και οχι μια θολούρα αναζήτησε τον Ασύκωτο. Με μια βιαστική ματιά δεν τον είδε πουθενά. Ανησύχησε μήπως εξαφανίστηκε. Τελικά τον είδε πεσμένο στο χώμα να σέρνεται σαν φίδι. Είχε σκεφτεί όμοια με το Γότθιο. Διάλεξε όμως τη μακρινή απόσταση. Δεν πρόλαβε να φτάσει ποτέ στη τσουλήθρα. Δεν κατάφερε να την αγγίξει και σωριάστηκε στο χώμα. 2-1 σκέφτηκαν ταυτόχρονα και οι δύο. Όσο και να μισιόντουσαν είχαν ένα κοινό τρόπο προσέγγισης των πραγμάτων. Ο Γότθιος χαμογέλασε ικανοποιημένος. Ο Ασύκωτος δεν δέχτηκε την ήττα και χαστούκισε το Φλώρο ισχυριζόμενος πως αυτός τον έριξε κάτω. Τα πνεύματα ήταν οξυμένα και ξεκίνησαν να γυρίσουν στα σπίτια τους. Λίγο πριν βγουν από το πάρκο ο Φλώρος και ο Ασύκωτος ξαναπιάστηκαν στα χέρια. Το ίδιο έκαναν και άλλες δέκα φορές σε απόσταση εκατό μέτρων. Ο Γότθιος αποπειράθηκε να τους χωρίσει αλλά ο Φλώρος του ζήτησε με πολιτισμένο τρόπο να μην επεμβαίνει στις προσωπικές του διαμάχες. Είχε τον τρόπο του από μικρός. Ο Γότθιος απλά έπαψε να ασχολείται. Από τότε δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ και οι τρεις μαζί.


-Μετράει το καλάθι.
-Όχι δεν μετράει θα κάνουμε μπει δεν μπει.
-Σώπα ρε έκανες και φάουλ
-Ξεκόλλα ρε μην κλέβεις.
-Εσύ θέλεις να πάρεις την μπάλα, εγώ κλέβω;
-Θα σε σκοτώσω ρε.
-Μάθε να χάνεις.
-Θα κάνουμε μπει δεν μπει τώρα.
-Σιγά με τρόμαξες.
Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια που αντάλλαξαν ο Γότθιος με τον Ειδίκ. Δεν ήταν και ο καλύτερος τρόπος για να γνωριστούν δύο άτομα αλλά στην περίπτωσή τους ήταν ο ιδανικός. Τους είχε συστήσει ο Φούτζι που έκανε χρόνια παρέα με τον Ειδίκ και που ήταν μια χρονιά συμμαθητής με το Γότθιο. Ο Γότθιος από την άλλη ήξερε τον Ταινία επειδή έπαιζαν μπάσκετ στην ίδια ομάδα που ήξερε τον Ειδίκ επειδή έμεναν στην ίδια γειτονιά που βέβαια δεν είχαν μιλήσει ποτέ αλλά όταν τελικά μίλησαν ταίριαξαν πολύ. Από την άλλη πλευρά ο Ράστας ήταν συμμαθητής με το Βύσμα που δεν ήξερε τον Μπλακ, αλλά που ο Μπλακ γνώριζε τον Ράστα επειδή έπαιζαν μπάσκετ σε ένα μονόζυγο ενός άλλου πάρκου από εκείνου που έπαιζαν ο Γότθιος με τον Ασύκωτο. Χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς να το συνειδητοποιήσουν καν ο Ασύκωτος με τον Ειδίκ βρέθηκαν να είναι τρίτα ξαδέρφια, ο Γότθιος κλώτσησε μια μπάλα στα μούτρα του Ράστα, ο Βύσμας κυνηγούσε να δείρει το Φούτζι που δεν τον φοβόταν επειδή ήταν μικρότερος, ο Γότθιος με τον Μπλακ και τον Ειδίκ άκουγαν την ίδια μουσική και έτσι ολοκληρώθηκε ο αχταρμάς της πιο αλλοπρόσαλης παρέας όλων των εποχών. Σχεδόν δηλαδή γιατί ένας συνδετικός κρίκος άργησε να μπει.

Η παρέα είχε αλλάξει γούστα. Αντί για μπάσκετ πλέον έπαιζε ποδόσφαιρο. Ο αθλητισμός την ένωνε για τα καλά. Τους ένωνε ακόμα και μέχρι τις τελευταίες τους στιγμές. Μόνο που τότε μιλούσαν για τις εγχειρήσεις τους, για τα σακατεμένα γόνατά τους, για κράμπες, για πόνους. Σε μια στιγμή εμφανίστηκε ένα άγνωστο παιδί σε όλους. Ψηλός, λιγνός, με γυαλιά, αρκετά χλωμός. Είχε μια τσάντα τίγκα στους επίδεσμους, θερμαντική αλοιφή και διάφορα άλλα ιατρικά αξεσουάρ. Τους χαιρέτησε και τους ρώτησε πότε θα πάνε για μπάλα. Κοιτάχτηκαν όλοι απορημένοι. Ο Ειδίκ τους ψιθύρισε πως το ολίγον διαφορετικό από τα υπόλοιπα παιδιά λεγόταν Αραχνόμορφος, πως κατέβηκαν μαζί μετά τις πανελλήνιες, πως μίλησε με τον Ταινία για να κανονίσουν τη μπάλα και υπέθεσε πως ο Αραχνόμορφος άκουσε την κουβέντα και προσκάλεσε τον εαυτό του στην παρέα. Τα παιδιά ευγενικά όπως πάντα του εξήγησαν πως οι ομάδες ήταν ήδη συμπληρωμένες και δεν θα μπορούσε να παίξει. Αυτός δεν πτοήθηκε καθόλου και τους ακολούθησε. Όταν ξεκίνησε το παιχνίδι ο Αραχνόμορφος έμεινε στον πάγκο αλλά θύμωσε που δεν έπαιξε. Από τότε του άρεσε να περιστρέφεται γύρω από το θυμό του. Το παιχνίδι ήταν πάντα το ίδιο. Μεταλλάδες εναντίον σκυλάδων. Αυτοί που άκουγαν μέταλ δεν ήταν τόσο κακοί. Απλά σκοτωνόταν πάντα μεταξύ τους. Ο Ειδίκ μετά από ένα γκολ που δέχτηκε η ομάδα του, η ομάδα των μεταλλάδων, απομάκρυνε τη μπάλα που βρήκε το Φούτζι στην ευαίσθητη περιοχή του την ώρα που γύριζε αμέριμνος στην άμυνα. Ο Ειδίκ απολογήθηκε, ο Φούτζι κατευθύνθηκε κατά πάνω του κρατώντας οργισμένος την μπάλα και του ζήτησε να ξηγηθούν αντρίκεια. Ο Ειδίκ δεν πολυμασούσε από αυτά και τον απώθησε δυνατά.
Φούτζι:Καλά ρε, είσαι ηλίθιος;
Ειδίκ:Ναι ρε(οργισμένος)
Φούτζι:Ε και γω(εμφανώς χεσμένος)
Ο Ειδίκ λύθηκε στα γέλια και η παρέα σχολίασε τη δυναμική στάση του Φούτζι. Αυτός είπε πως ο Ειδίκ κατάλαβε πως έκανε πλάκα και κάτι άλλες παρόμοιες δικαιολογίες που δεν έπεισαν ούτε το πλαστικό γκαζόν του γηπέδου. Οι μεταλάδες αναδιοργανώθηκαν μετά το κωμικοτραγικό συμβάν αλλά ήταν ήδη αργά. Έχασαν με ένα γκολ διαφορά από μια λάθος εκτίμηση του Ράστα. Ο Ειδίκ πήγε να ξαναμιλήσει αλλά κανείς δεν είχε κουράγιο. Στο γυρισμό συζητούσαν για το επόμενο πρωί που θα πήγαιναν στην παραλία.
-Σήμερα θέλατε ορισμένα άτομα για το παιχνίδι. Αύριο στη θάλασσα πάλι θέλετε συγκεκριμένο αριθμό;
Τα λόγια του Αραχνόμορφου προκάλεσαν ανατριχίλα. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως ήταν ακόμα μαζί τους. Πίστεψαν πως έφυγε κάπου στη μέση του παιχνιδιού. Μπορεί και να είχε γίνει έτσι. Πάντως ξαναεμφανίστηκε μπροστά τους από το πουθένα. Κάποιος θα έπρεπε να τον αντιληφθεί. Τότε συνειδητοποίησαν γιατί κάποιοι παλιοί γνωστοί του τον αποκαλούσαν φάντασμα.

Τους είχε πιάσει ελαφρώς αδιάβαστους. Ξαφνιασμένοι όπως ήταν δεν έβρισκαν καμιά καλή δικαιολογία. Ο Γότθιος ρώτησε αν τα ΚΤΕΛ θα είναι γεμάτα. Μεγάλη κοτσάνα. Κανείς τους δεν είχε εισητήριο . Τα ΚΤΕΛ στοίβαζαν τον κόσμο σαν γουρούνια αρκεί να κέρδιζαν κανένα ευρω ή καμιά δραχμή παραπάνω.
Έλα ρε, του είπε ο Ειδίκ, κανένα πρόβλημα. Θα συναντηθούμε στο πάρκο. Εννοούσε ένα άλλο από εκείνο που έφαγε τα μούτρα του ο Ασύκωτος και όχι εκείνο που έπαιζε μπάσκετ ο Μπλακ με το Ράστα. Ο Ειδίκ απλά προσπάθησε να κάνει τον Αραχνόμορφο να μη νιώθει τόσο ξέμπαρκος.
-Ωραία είπε ο ο Αραχνόμορφος. Πάω σπίτι να δω με το τηλεσκόπιο τον πλανήτη Ήφαιστο. Που να τον ξέρετε εσείς βέβαια οι άσχετοι.
Ακόμα μία λάθος προσέγγιση.
-Τον πλανήτη που δεν υπάρχει θα δεις; είπε νευριασμένος ο Γότθιος. Αυτός ήταν πριν τον Ερμή και καταστράφηκε χιλιάδες χρόνια πριν.
Το Γότθιο τον τσάτιζε όταν άκουγε κοτσάνες. Βέβαια και αυτό που είπε ο ίδιος κοτσάνα ήταν αλλά που να ήξερε τότε τη γενική θεωρία της σχετικότητας. Κρίμα που δεν θα ζούσε ποτέ για να τη μάθαινε.
-Καλά είπε ο Αραχνόμορφος ελαφρώς υποτιμητικά. Τι ώρα συνάντηση αύριο;
-Οχτώ απάντησε ο Ειδίκ μετά απο ένα λεπτό αμήχανης σιωπής.
-Ωραία ήταν τα τελευταία λόγια του Αραχνόμορφου. Οι τελευταίες του σκέψεις ήταν ''Θα είμαι εκει από τις εφτάμιση για να μην προλάβουν να φύγουν χωρίς εμένα''. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν εκείνο το βράδυ είδε πραγματικά τον Ήφαιστο.




Τρίτη 12 Μαΐου 2009

A tale that couldn't be right 5:Με συνοπτικές διαδικασίες

Το παρόν κείμενο αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα(ψωνάρα την είδες και συγγραφέας). Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. Αν αναγνωρίστε κάπου τον εαυτό σας καλύτερα μην το πείτε παραέξω. Δεν σας συμφέρει


Είχαν περάσει κιόλας τρεις μήνες από τη στιγμή που ο Γότθιος αρνήθηκε πεισματικά να απαντήσει στην εισερχόμενη κλήση του Ασύκωτου. Το όνειρο του ήταν σοκαριστικό αληθινό. Έτρεμε στην ιδέα να χάσει την παρέα του. Οι τρεις μήνες πέρασαν άσχημα για αυτόν. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, φοβόταν ότι θα ξαναέβλεπε τον ίδιο εφιάλτη. Απέφευγε να συναντήσει τους φίλους τους για να μην τους βρει ο θάνατος όλους μαζί. Είχε την πεποίθηση ότι ήταν ικανός να ξεγελάσει το Χάρο. Δεν είχε δει ακόμα τη σειρά με τον Παπακαλιάτη και τη Ζούνη ούτε και τις τρεις ταινίες Βλέπω το Θανατό σου. Βασιζόταν πολύ στην καλή σχέση που είχε δημιουργήσει ο Αραχνόμορφος με το βασίλειο του κάτω κόσμου. Μικρό τον ρωτούσαν τι θα ήθελε να γίνει όταν θα μεγάλωνε και αυτός απαντούσε μονολεκτικά ''Ο Χάρος''. Τις στιγμές που μαζεύονταν όλοι μαζί και τσουγκρούσαν τα ποτήρια ο Γότθιος ευχόταν να πεθάνει ο Χάρος. Η απάντηση του Αραχνόμορφου ήταν πάντα η ίδια"Τι σου φταίει ο άνθρωπος; Τη δουλειά του κάνει''. Θα ήταν δύσκολο ακόμα και για το Χάρο να στερήσει την ζωή από το μοναδικό άνθρωπο στον κόσμο που τον υποστηρίζει. Πες μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι λέει ο σοφός λαός. Κάπως έτσι πίστεψε ο Γότθιος πως θα γλύτωναν. Είχε ακούσει και μια άλλη φράση που έλεγε ότι το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Δεν τον συνέφερε όμως να το θυμάται. Για αυτό το άφησε στο πίσω μέρος του μυαλού του. Σύντομα ο εφιάλτης θα γινόταν ανάμνηση από το μακρινό παρελθόν. Είχε περάσει αρκετός καιρός και ήταν όλοι τους ακόμα ζωντανοί. Το όνειρο είχε ξεθωριάσει. Οι ανησυχίες του Γότθιου είχαν αρχίσει να απομακρύνονται και έδωσαν τη θέση τους στην απέραντη αισιοδοξία. Ο Γότθιος είχε καταφέρει να ξεχάσει εκείνη τη νύχτα. Τον κρύο ιδρώτα που τον έλουζε. Για αυτό και δέχτηκε με χαρά να πάει στο Μυγοχώρι, τον τόπο καταγωγής του Αραχνόμορφου. Θα περνούσαν φίνα στο εξοχικό. Επιτέλους θα περνούσε μερικές στιγμές ανεμελιάς με τα φιλαράκια του. Δυστυχώς όμως για εκείνον του είχε διαφύγει το πιο σημαντικό στοιχείο. Στο όνειρο του ήταν ο πρώτος που πήδηξε από το μπαλκόνι μετά την ατάκα του Φούτζι.

Στο Μυγοχώρι όλα έμοιαζαν ονειρικά. Ήταν εκεί μαζεμένοι ο Γότθιος, ο Αραχνόμορφος, ο Ασύκωτος, ο Βύσμας, ο Φούτζι και ο Ταινίας. Ο Μπλακ δεν ήταν και ο πιο φανατικός των εκδρομών και ο Ειδίκ είχε φύγει εδώ και μήνες. Πλέον ζούσε σε ένα χωριό που αναβίωνε την αρχαία Σπάρτη. Είχε γίνει ένας από του 300. Σκοπός του ήταν να σκοτώσει το Λεωνίδα, να γίνει αρχηγός και να εξοντώσει το Μπιν Λάντεν, αφού πρώτα αφάνιζε την Τουρκία από το χάρτη. Είχαν καιρό να ακούσουν νέα του γιατί στο χωριό που είχε εγκατασταθεί απαγορευόταν η επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Τα παιδιά περνούσαν όμορφα. Το σπίτι είχε μεγάλη αυλή. Ξεκίνησαν παίζοντας χώρες. Αυτός που έχασε φυσικά ήταν ο Φούτζι. Όταν έφτασε στις πέντε ψείρες επέλεξε το παρατσούκλι Μουνόδουλος και όταν έφτασε σε λίγα λεπτά τις δέκα του έκρυψαν το παπούτσι. Για την ακρίβεια ο Ασύκωτος το πέταξε πάνω σε ένα πεύκο. Λίγο ψηλά είναι η αλήθεια. Ο Φούτζι δυσκολεύτηκε να το βρει. Έφτασε κάτω από το δέντρο. Τα παιδιά φώναζαν έντονα '΄Ζέστη, ζέστη'' και αυτός κοιτούσε χαμήλα. Όταν του έκοψε να σηκώσει το βλέμμα του το θέαμα που αντίκρισε ήταν δυσάρεστο. Δεν μπορούσε να φτάσει το παπούτσι με τίποτα. Παραδόξως δεν θύμωσε. Χαμογέλασε απλά χωρίς να κάνει τζζζ. Για καλή του τύχη η γάτα του γείτονα είχε σκαρφαλώσει στο δέντρο και άθελα της έριξε το παπούτσι κάτω. Αμέσως μετά η παρέα χωρίστηκε. Ο Ταινίας και ο Βύσμας έκαναν ηλιοθεραπεία στο γρασίδι. Επειδή δεν είχαν όμως αντιηλιακό έριξαν πάνω τους ελαιόλαδο. Λάδι το ένα, λάδι και το άλλο την ίδια δουλειά κάνουν σκέφτηκαν. Οι υπόλοιποι προσπάθησαν για δύο λεπτά να παίξουν Γερμανικό αλλά κανείς δεν μπορούσε να σηκώσει την μπάλα από το έδαφος.

Σε μια στιγμή βγήκε ο Αραχνόμορφος από το σπίτι. Κανείς δεν κατάλαβε πότε ακριβώς είχε φύγει. Κρατούσε στα χέρια του δύο οδοντογλυφίδες. Είπε στο κοινό του ότι είχε δει στο ίντερνετ ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο. Κάρφωσε τη μία οδοντογλυφίδα στο δέντρο. Ακούμπησε την άλλη κάθετη στην άκρη της πρώτης προς τα πάνω. Ήθελε καλή ισορροπία αλλά δεν ήταν και εξωφρενικά δύσκολο. Ακούστηκε ένα μικρό γιουχάισμα. Όμως ήξερε καλύτερα από όλους τι έκανε. Πήρε μια σκάλα, δημιουργήσε τον ίδιο σχηματισμό σε τέσσερα μέτρο ύψος και κρεμάστηκε από τις οδοντογλύφιδες. Άρχισε να κουνάει το σώμα του μπρος πίσω χωρίς να πέφτει. Οι οδοντογλυφίδες κρατούσαν το βάρος του.
Μαλάκα σκέφτηκες ποτέ να γαμήσεις του είπε ο λαδωμένος Ταινίας που μύριζε σαν χωριάτικη
Έχει σχέση με ροπή δυνάμεων εξήγησε ο Γότθιος βασιζόμενος περισσότερο στην άγνοια των συνομιλητών του
Το κόλπο δεν είχε την αναμενόμενη ανταπόκριση και έτσι ο Αραχνόμορφος πετούσε φύλλα τράπουλας που κολλούσαν στον τοίχο. Προσπάθησε και ο Γότθιος ίσα με δέκα φορές αλλά απέτυχε. Αποπειράθηκε και ο Φούτζι.
Εντάξει αν το πετύχει αυτός εγώ θα αυτοκτονήσω δήλωσε χωρίς φόβο ο Γότθιος
Το χαρτί έφυγε από τα χέρια του Φούτζι και η αντίστροφη μέτρηση για το Γότθιο είχε ήδη αρχίσει. Παρακολουθούσαν το χαρτί. Ήταν πεπεισμένοι πως πιθανότερο είναι να πάει προς τα πίσω παρά πάνω στον τοίχο. Αυτό έφυγε μπροστά. Κατευθυνόταν προς τον τοίχο. Ανήκουστο. Όταν κόλλησε ακούστηκαν πανηγυρισμοί.
Όλο λόγια είσαι και από πράξεις μηδέν ήταν τα λόγια του Ασύκωτου προς το Γότθιο.
Ο Γότθιος θιγμένος όπως ήταν ανέβηκε στην ταράτσα. Στάθηκε στο κάγκελο. Το μόνο που στιγμάτισε τα παιδιά ήταν η κραυγή ''ΠΕΦΤΩ'' και μέτα ένας απίστευτος γδούπος. Όχι δεν ήθελε να αυτοκτονήσει ο Γότθιος. Παρίστανε πως θα έκανε πραγματικότητα την υπόσχεση του. Δεν είχε υπολογίσει την γλίτσα που είχε συσσωρευτεί στο κάγκελο και γλίστρησε. Αυτό που ήθελε να φωνάξει ήταν ''Πέφτω ρε μαλάκες, σώστε με'' αλλά το ύψος δεν ήταν επαρκές για να ολοκληρώσει τη φράση του.
Κάποιος να του κάνει τεχνητή αναπνοή φώναξε με απόγνωση ο Φούτζι
Τα μυαλά του που βγήκαν έξω από το κεφάλι δεν τα βλέπεις; ρώτησε ο Ταινίας
Με το κεφάλι έσκασε δεν πνίγεται συμπλήρωσε ο Βύσμας
Ο Ασύκωτος άναψε τσιγάρο με ικανοποίηση
Δενν.. κατόρθωσε να ψελίσει ο Γότθιος και αποχαιρέτησε το μάταιο τούτο κόσμο.

Η παρέα ,των έξι πλέον, μαζεύτηκε στο σπίτι του Ταινία για να πενθήσει. Θα έφεραν και γκόμενες για να μειώσουν την απώλεια του φίλου τους. Θα παρίσταναν τους θλιμμένους,θα έπιναν τα ποτά τους, θα άκουγαν μουσική, θα χόρευαν και στο τέλος θα πηδούσαν. Το είχαν σχεδιάσει καλά. Τους διέφυγε ένας παράγοντας: οι γκόμενες. Φυσικά και δεν ήρθαν. Έτσι έμειναν μπακούρια και αποφάσισαν να δουν ταινία. Έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο dvd. Ο Μπλακ ήταν κλασικά ουδέτερος και οι υπόλοιπες ψήφοι ήταν δύο - δύο. Ο Φούτζι έκρινε το αποτελέσμα. Έκλεισαν τα φώτα, έβαλαν την ταινία και ο Φούτζι άνοιξε την αθλητική εφημερίδα που είχε ήδη διαβάσει δέκα φορές από το πρωί
Καλά ρε συ εφημερίδα θα διαβάσεις είπε ο Ασύκωτος. Είχε επιλέξει την άλλη ταινία
Ε ναι αφού δεν θέλω να δω ταινία απάντησε ο Φούτζι
Και γιατί ψήφισες ρώτησε ο Ασύκωτος χωρίς να περιμένει να πάρει απάντηση. Και φυσικά δεν πήρε ποτέ.
άρχισε να κάνει σε μια Η ταινία τέλειωσε και η παρέα δεν ήξερε πως να σκοτώσει την ώρα της. Ξαφνικά ο Βύσμαςκωλοτούμπες στο σαλόνι. Τους ενημέρωσε ότι είναι ο Μπάμπης ο Σουγιάς και πολιορκεί την Μόρντορ από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν. Σύρθηκαν όλοι μαζί στο πάτωμα εκτός από τον Ασύκωτο. Αυτός μπουσουλούσε. Ο Μπλακ κινηματογραφούσε. Η αποστολή στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Η Μόρντορ, δηλαδή ο καναπές του Ταινία, είχε αλωθεί. Κανείς δεν έδωσε σημασία στο βάζο που έσπασε ο Ασύκωτοςατσούμπαλη κίνηση του.

Κουρασμένοι όπως ήταν όλοι χάζεψαν την τηλεόραση. Είχε ένα καψουροτράγουδο. Ο Φούτζι πήρε ένα άδειο μπουκάλι μπύρας (νόμιζε) και παρίστανε πως έπινε με πάθος. Το σήκωσε πιο πάνω από το κεφάλι του χωρίς πρώτα να δει αν υπάρχει καθόλου μπύρα μέσα και ένιωσε ένα κάψιμο στη μύτη. Δακρυγόνα σκέφτηκε γαμώ τον Ολυμπιακό μου. Ήταν και κολλημένος με το γήπεδο. Φυσικά ήταν η μπύρα που περίσσεψε και προσγειώθηκε στα ρουθούνια του. Πήγε στο μπάνιο να πλυθεί.
Φούτζι όπως θα έρχεσαι θα μου φέρεις και ένα ποτήρι νερό είπε ο Ασύκωτος.
Εννοείται αγορίνα μου. Σου έρχεται ήταν τα λόγια του Φούτζι.
Έφτασε ο Φούτζι. Είχε βάλει για πλάκα στο νερό υδροκυάνιο. Θα γελούσαν όλοι με αυτή την πλάκα που σκαρφίστηκε.Η παρέα είχε αρχίσει να κουράζεται. Σκέφτηκαν να πετάξουν φαγητά στα διερχόμενα αυτοκίνητα αλλά το σπίτι του Ταινία ήταν στον πρώτο όροφο και θα τους έπαιρναν χαμπάρι. Εκείνη τη στιγμή ο Ασύκωτος ήπιε μια γερή γουλιά νερό που έμελλε να ήταν και η τελευταία του. Επικράτησε ησυχία λόγω της κόπωσης. Ξάφνου ο Ασύκωτος έβγαλε αφρούς από το στόμα. Δεν ήταν παράδοξο. Συνηθισμένο ήταν. Από τότε που του αφαίρεσαν και το παχύ έντερο εκτός από το συκώτι αντιδρούσε κάπως έτσι. Είχε γίνει ένα με το χαλί. Κανείς δεν ανησύχησε μέχρι τη στιγμή που στάματησε να αναπνέει. Το πρόσωπο του ήταν τρομακτικά μπλε. Πάθαινε ασφυξία.Συχνά δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Το κάπνισμα του είχε κάνει κακό και στα πνευμόνια. Κατά τα άλλα ήταν υγιέστατος. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Λίγες στιγμές πριν πεθάνει είδε τον Γότθιο αιμόφυρτο να λέει "Δεν θα σου ανάψω το καντήλι". Αυτοί οι δύο είχαν πάντα την ίδια κόντρα. Ήθελαν να σκοτώσουν τον άλλον για να ανάβουν το καντήλι στο μνήμα. Ο Ασύκωτος είχε κερδίσει και σε αυτό οφείλοταν η χαρά του. Πέθανε με ανοιχτά τα μάτια και κανείς δεν σκέφτηκε να του τα κλείσει.

Δύο μέρες, δύο θάνατοι. Τέτοιο ποσοστό ούτε ο Καλντερόν στις προσωπικές βολές. Η παρέα είχε αρχίσει να μικραίνει. Τα μέλη της ξεκίνησαν να φεύγουν ένας ένας με γοργούς ρυθμούς. Η τρίτη μέρα δεν σημαδεύτηκε από κάποια απώλεια. Εξάλλου δεν συναντήθηκαν ποτέ μεταξύ τους. Είχαν αρκετές δουλειές, κάποιοι βαρέθηκαν, κάποιοι φοβήθηκαν να βγουν για να μην είναι οι επόμενοι στη θανατηφόρα λίστα.Υπήρξε μόνο τηλεφωνική επαφή. Ο Φούτζι θα είχε για μια μέρα το καινούριο και γρήγορο αμάξι του πατέρα του και προτείνε στα παιδιά να πάνε μια βόλτα κάπου μακρυά να ξεχαστούν. Ο Βύσμας δούλευε και δεν θα μπορούσε να πάει. Ο Αραχνόμορφος αρνήθηκε με χαρακτηριστική αγένεια επειδή δεν εμπιστευόταν τις οδηγικές ικανότητες του Φούτζι. Ο Μπλακ και ο Ταινίας δεν είχαν κάποιο πρόβλημα και συμφώνησαν. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία να ξεφύγουν από τη ρουτίνα.

Έφυγαν απόγευμα. Ο καιρός ήταν ηλιόλουστος. Δεν υπήρχε το παραμικρό σύννεφο στον ουρανό. Η μέρα ήταν ζεστή αλλά όχι τόσο ώστε να γίνει ενοχλητική. Ήταν από τις πιο ευχάριστες μέρες που χαιρόσουν να τις ζεις. Ξεκίνησαν με άγνωστο προορισμό. Στην πρώτη προειδοποιητική πινακίδα stop που είδε ο Φούτζι πάτησε κόρνα και προσπέρασε χωρίς να σταματήσει.
Ταινίας:Τι κάνεις ρε;
Φούτζι:Προειδοποιώ τον απέναντι ότι περνάω
Ταινίας:Φούτζι αυτό το κάνεις όταν έχεις προτεραιότητα και πάλι καλό είναι να ελέγχεις
Φούτζι:Ας σταματούσε. Εγώ ήθελα να περάσω
Σιγή επικράτησε. Από το μυαλό του Ταινία και του Μπλακ περνούσαν συνεχώς εικόνες των Γότθιου και Ασύκωτου. Μια ακόμα ανόητη σκέψη του Φούτζι ήταν ικανή να τους στείλει για αντάμωση με τα φιλαράκια τους. Κάποια χιλιόμετρα πιο κάτω σε μια διασταύρωση είχε προτεραιότητα ο Φούτζι. Ο άλλος οδηγός είχε βγει λίγο πιο έξω από την επιτρεπτή γραμμή αλλά χωρίς να εμποδίζει ουσιαστικά την κυκλοφορία. Ο Φούτζι ταράχτηκε άρχισε να βρίζει, να κορνάρει και να σιχτιρίζει
Οδηγός:(Καθησυχαστικά)Ηρέμησε ρε φιλαράκι, δεν έγινε και τίποτα
Φούτζι:(Οργισμένος)Ποιον είπες βλάκα ρε;
Ο οδηγός κατάλαβε ότι είχε να κάνει με περίεργο άνθρωπο και απομακρύνθηκε. Τα παιδιά μέσα στο αμάξι διασκέδασαν την όλη σκηνή. Άρχισαν να περιπαίζουν το Φούτζι. Αυτός επέμενε πως ο άλλος οδηγός τον είχε βρίσει. Ο Ταινίας για να τον εκνευρίσει και άλλο του έλεγε πως του είχε βρίσει την μάνα και την αδερφή. Ο Μπλακ γελούσε, το διασκέδαζε και είπε στον Ταινία να σταμάτησει τα πειράγματα. Δεν το εννοούσε όμως. Σκεφτόταν να βρει κάποιο πιο επιτυχημένο και να κερδίσει τις εντυπώσεις.

Ο δείκτης του ντεπόζιτου της βενζίνης άγγιξε την ένδειξη μηδέν. Κινδύνευαν να μείνουν στη μέση του δρόμου. Σαν από θαύμα ένα βενζινάδικο ξεπρόβαλε μπροστά τους. Ο Μπλακ θεώρησε πως ήταν κλειστό. Ο Φούτζι τον έβρισε. Ενημέρωσε τα παιδιά πως θα έβαζε έξι ευρώ βενζίνη και ζήτησε ένα δίευρο από τον καθένα. Τα παιδιά ούρλιαζαν αλλά ήταν αργά. Στην είσοδο του βενζινάδικου υπήρχε μια αλυσίδα για να τη φράξει. Δεν την είδε ο Φούτζι. Την πήρε παραμάζωμα και ρωτούσε τι περίεργος ήχος είναι αυτός που ακούγεται. Ο Μπλακ απάντησε πως έβαλε ένα πτώμα στο πορτ μπαγκάζ και ο Φούτζι ενοχλημένος τον ρώτησε αν σκέφτηκε τις συνέπειες της πράξης του και τι θα γινόταν αν έκανε έλεγχο η αστυνομία. Ξέχασαν πάλι το φόβο τους και απορούσαν με το Φούτζι. Όταν κολλούσε γινόταν απίστευτος. Τελικά συννενοήθηκαν και ξεκίνησαν να φεύγουν. Σε ένα άδειο βενζινάδικο ο Φούτζι έβαλε όπισθεν και έπεσε πάνω σε ένα προστατευτικό κάγκελο. Συνέχισε να μαρσάρει και έβρισε το αμάξι που δεν έπαιρνε μπρος. Χαλασμένο του το έδωσε ο πατέρας του σκέφτηκε. Μου κάνει συχνά τέτοιες πουστιές. Κατάλαβε σύντομα τι έγινε, έσκυψε το κεφάλι, δεν μίλησε και επιτέλους βγήκε από το βενζινάδικο. Στα εκατό μέτρα είδαν ένα εστιατόριο. Επειδή πεινούσαν σταμάτησαν να φάνε. Απλό ακούγεται αλλά δεν είναι. Για να κατεβούν πρέπει πρώτα να παρκάρουν. Δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο ο Φούτζι. Γύρω στα πέντε λεπτά και καμιά εβδομηνταριά μπρος πίσω. Ο Μπλακ τα μετρούσε ένα προς ένα. Ο Φούτζι παραπονέθηκε στον Ταινία που καθόταν στο πίσω κάθισμα ότι τον χτυπάει στο κεφάλι. Ο Ταινίας το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Τελικά αυτό που είχε γίνει ήταν ότι ο Φούτζι είχε ανοιχτό παράθυρο και όταν επιτέλους κατάφερε να παρκάρει είχαν μπει μέσα στο αμάξι κάτι κλαδιά από ένα δέντρο. Εξάλλου ποιος προσέχει ένα δέντρο; Κανείς. Ο Ταινίας και ο Μπλακ είχαν δακρύσει από τα γέλια. Βγήκαν από την πλευρά του δρόμου σχεδόν μπουσουλώντας και αφηρημένα. Εκείνη τη στιγμή πέρασε μια νταλίκα και τους διαμέλισε. Για την ακριβεία τους πολτοποίησε αλλά ας μην γίνουμε και πολύ σιχαμεροί.

Είναι μερικές φορές που η τύχη δεν είναι με το μέρος σου. Μπορεί τα άστρα να είναι σε λάθος θέση και να μην είναι ευνοικά, μπορεί να φταίει η αρνητική προδιάθεση. Για την παρέα δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Ήταν μέρος ενός μεγάλου και αναπόφευκτα τραγικού σχεδίου. Ό,τι και να έκαναν δεν θα ξέφευγαν από την μοιρά τους. Μπορούσαν βέβαια να καθυστερήσουν το θανατό τους αλλά ήταν και αρκετά στόκοι για να το συνειδητοποιήσουν. Τρεις και να καίνε. Οι ήδη πεθαμένοι αν τους παρακολουθούσαν από ψηλά θα έβαζαν στοιχήματα για τον επόμενο. Ο Ταινίας, ο Μπλακ και ο Ασύκωτος θα είχαν ποντάρει στο Φούτζι. Ήταν υπεύθυνος για το θάνατο και των τριών και λογικά θα ήταν ο επόμενος στη λίστα. Ο Γότθιος θα γελούσε σαρκαστικά. Θα είχε εξηγήσει πλέον το όνειρο. Ο Φούτζι τους είχε οδηγήσει στην αυτοκτονία. Αυτός όμως δεν πήδηξε από το μπαλκόνι. Έφυγε σαν κύριος από την πόρτα αφού κάλεσε πρώτα τα κανάλια για να γίνει διάσημος. Έτσι λοιπόν και στην πραγματική ζωή θα τους ξέκανε έναν έναν χωρίς να το πάρει χαμπάρι. Ήταν πλέον καθαρή περίπτωση 50-50. Ο Γότθιος θα είχε ποντάρει στον Αραχνόμορφο. Δεν θα έσπαγε την αρνητική του παράδοση ούτε σαν νεκρός.

Ο Χάρος ήταν κουρασμένος. Ήθελε και αυτός λίγες μέρες ξεκούρασης. Το δρεπάνι του χρειαζόταν ακόνισμα και η κουκούλα του άρχισε να τον στενεύει. Άφησε τους δύο που είχε στο μάτι να ζήσουν μια εβδομάδα παραπάνω. Έπεσε και δουλειά στο Μεξικό με τη γρίπη των χοίρων τι να πρωτοπρολάβει ο άνθρωπος. Τώρα ήρθε όμως η στιγμή. Αποφάσισε να ξεκάνει τους εναπομείναντες με συνοπτικές διαδικασίες. Είχε αρχίσε να βαριέται. Δεν είναι και λίγο να κάνεις την ίδια δουλειά χιλιάδες χρόνια. Μια ακόμα ζεστή μέρα και ένα ακόμα ταξίδι θα ήταν το προμήνυμα για τον επόμενο θάνατο. Αυτή τη φορά θα ήταν γνωστός ο προορισμός και άλλος ο οδηγός. Ρωτόνη η πρώτη, Βύσμας ο δεύτερος. Ο πατέρας του Φούτζι δεν του έδωσε ποτέ ξανά το αμάξι. Κάθε καλοκαίρι πήγαιναν εκεί. Λίγος κόσμος. Τα παιδιά, δύο συνταξιούχοι, κάμποσες αγελάδες και ένας βοσκός. Η θάλασσα ήταν καθαρή στο σημείο που είχαν νοικιάσει το σπίτι αλλά αυτοί περπατούσαν χίλια μέτρα για να κολυμπήσουν σε ένα βρώμικο σημείο. Βίτσια είναι αυτά. Στο αμάξι δεν αντιμετώπισαν προβλήματα. Ο Βύσμας οδηγούσε καλά και δεν είχε νευριάσει καθόλου. Η μέρα ξεκίνησε ηλιόλουστα. Ο Αραχνόμορφος πήγε για καφέ στο μοναδικό beach bar της Ρωτόνης και ο Βύσμας και ο Φούτζι θα τον συναντούσαν αργότερα γιατί τακτοποιούσαν τα πράγματα. Την στιγμή που έβαζαν και το τελευταίο μποξεράκι στο συρτάρι μια απίστευτη νεροποντή είχε ξεκινήσει. Μέσα σε λίγα λεπτά το γειτονικό κάμπινγκ είχε μεταμορφωθεί σε λίμνη. Κάποιος θα μπορούσε να την πει και λιμνοθάλασσα. Οι δρόμοι είχαν γεμίσει νερό. Η Ρωτόνη ήταν εγκαταλελειμένη, σιγά μην είχε ασχοληθεί κανείς με το αποχευτικό. Η βροχή δεν κράτησε παραπάνω από μισή ώρα. Ο Αραχνόμορφος επικοινώνησε με το Βύσμα και τον ενημέρωσε πως είχε βρει ένα υπόστεγο κοντά στο ρέμα και έκανε μια μικρή συλλογή από βατράχια. Τώρα ήταν στην καφετέρια και τους περίμενε. Ξεκινώντας τα παιδιά ο Φούτζι πέταξε μια ιδέα
Δεν περπατάμε καλύτερα από την παραλία να γυμναστούμε και λίγο;
Ναι, καλή σκέψη συμφώνησε ο Βύσμας υπογράφοντας τη θανατική του καταδίκη.

Είχαν περπατήσει αρκετά. Ήταν λακωνικοί και οι δύο. Η βροχή τους χάλασε τα σχέδια. Δεν είναι και ότι πιο σύνηθες να ξεκινάς μια εκδρομή και να βρέχει με το τουλούμι. Οι συνέπειες στη διάθεση των παιδιών ήταν καταστροφικές και εμφανέστατες. Μια χαλαρή κουβέντα για την απώλεια των φίλων τους πήγε να ξεκινήσει αλλά διακόπηκε απότομα από ένα οικτρό θέαμα. Το ρέμα που είχε αναφέρει ο Αραχνόμορφος ξεχείλισε λόγω της βροχής, κατέληγε στη θάλασσα και αποτελούσε εμπόδιο στην πορεία των δύο νεαρών. Μπροστά τους ήταν κάτι καφετιά βρώμικα νερά. Δεν ήταν μεγάλη απόσταση. Γύρω στα δέκα βήματα. Ο Βύσμας σκέφτηκε να κάνουν τον κύκλο, ενώ ο Φούτζι τον καθησύχασε λέγοντας του ότι και την προηγούμενη χρονιά είχε συμβεί το ίδιο. Τότε αυτός και ο Γότθιος είχαν περάσει χωρίς να πάθουν κάτι σημαντικό πέρα από μερικά μπιμπίκια και μια αφυδάτωση δέρματος. Ούτε καν στο νοσοκομείο δεν χρειάστηκε να πάνε. Επίσης ήταν ρηχό. Το πολύ πολύ να έφτανε μέχρι το στήθος. Ο Βύσμας τον πίστεψε. Ούτε αυτός ήξερε τον όρο καθίζηση εδάφους.Έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα μέσα στα βρωμερά νερά και του έμεναν άλλα τέσσερα. Όχι για να βγει, αλλά για να πεθάνει. Στο τρίτο το νερό είχε φτάσει στο στήθος του. Στο χώμα πατούσε κάτι σαν κεφάλια ζώων και ουρές ποντικιών αλλά δεν έδωσε σημασία, το έπαιξε ανώτερος. Στο τέταρτο το νερό παρέμεινε στην ίδια στάθμη. Στο πέμπτο βήμα όμως βυθίστηκε ολόκληρος μέσα. Πάτησε στο έδαφος και το πόδι του πιάστηκε κάπου. Δεν ήταν σίγουρος. Δεν μπορούσε να δει καλά μέσα στα θολά νερά. Ένιωθε πως είχε πιαστεί σε γιγάντια ποντικοπαγίδα. Προσπάθησε να απελευθερωθεί αλλά μάταια.Το πόδι του είχε βουλιάξει για τα καλα στο λιπαρό πάτο το βούρκου. Ο Φούτζι έξω νόμιζε πως του έκανε πλάκα. "Θα κάνω τον κύκλο τελικά. Θα σε περιμένω στην άλλη άκρη'' του είπε. Φυσικά ο Βύσμας δεν τον άκουσε. Η μάχη που έδινε ήταν αδυσώπητη. Ίσως και να είχε δραπετεύσει αν δεν κατάπινε μια γουλιά νερό. Ο πόνος στο στομάχι ήταν άμεσος και οξύς. Δέχτηκε την ήττα του. Γονάτισε κάτω και πέθανε περήφανα. Με ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλο του.

Ο Χάρος έτριβε τα χέρια του από ικανοποίηση. Ένας είχε μείνει πλέον. Είχε κάνει καλή δουλειά. Όλοι οι φόνοι έμοιαζαν με ατυχήματα και κανείς δεν θεώρησε υπεύθυνο το Φούτζι. Μάλιστα έτρεφαν ευγενικά συναισθήματα για το πρόσωπο του επειδή είχε χάσει όλους τους φίλους του ο κακόμοιρος. Κανείς δεν είναι ικανός να ανταπεξέλθει σε τόσο πόνο. Είχε μείνει μόνος με τον Αραχνόμορφο. Θα θυμάστε ότι αυτοί οι δύο δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις. Ίσως τους δόθηκε μια καλή ευκαιρία να επανορθώσουν και να αναθεωρήσουν. Για αυτό αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα στο δάσος. Θα συναντιόντουσαν λίγο έξω από την πόλη. Ξεκινώντας ο Αραχνόμορφος δέχτηκε μια κλήση από το Φούτζι. Κλασικά κάτι του έτυχε. Δεν θα πήγαινε. ''Άντε να χαθείς κόπανε'' είπε ο Αραχνόμορφος και έκλεισε το κινητό. Έβαλε μουσική να ξεδώσει. Το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου έπαιξε ένα παλιό Ελληνικό τραγούδι. Παραδόξως ήταν κάφρικο και ο Αραχνόμορφος γούσταρε. Δεν έδωσε σημασία στο στίχο:Είδα τους φίλους μου να φεύγουν ένας ένας, τώρα ο θάνατος έρχεται για εμένα. Απόρησε ποιος ήταν ο καλλιτέχνης. ''Πίσσα και πούπουλα ρε άμουσε'' θα του έλεγε ο Γότθιος αν ζούσε. Με το τέλος του τραγουδιού ο Αραχνόμορφος είχε ήδη φτάσει στο δάσος.

Περνούσε καλά. Χάζευε τα λουλουδιά, τα έντομα. Μερικά τα χάιδευε και τους έλεγε γλυκόλογα. Χάρηκε τελικά που δεν είχε έρθει ο Φούτζι γιατί μπορεί και να τον έπρηζε με τις ανοησίες του. Ζώντας μερικές στιγμές ηδονής άκουσε έναν ήχο από οπλές αλόγου. Σάστισε. Όταν είδε να τον πλησιάζει ένα σώμα ανθρώπου δεν του φάνηκε περίεργο. Όταν είδε πως το σώμα κατέληγε σε πόδια αλόγου ούτε πάλι παραξενεύτηκε. Αναφώνησε πως πάντα ήξερε ότι υπάρχουν κένταυροι και πως τελικά δεν ήταν τρελός. Εκείνο που του διέφυγε ήταν ότι οι κένταυροι ήταν οι καλύτεροι πολεμιστές. Ο κένταυρος με το άγνωστο όνομα τον ξάπλωσε κάτω σε κλάσματα δευτερολέπτου.
-Κάτι τρέχει με έσενα είπε στον Αραχνόμορφο
-Τι ακριβώς εννοείς;
-Μυρίζω κάτι πάνω σου. Σαν να έχεις δύο ομάδες αίματος ταυτόχρονα.
-Δίκιο έχεις μου το είπαν στο στρατό και μου έδωσαν Ι3
-Και δεν αισθάνεσαι λίγο περίεργα;
-Όχι γιατί είμαι παιδί που προέρχεται από άλλους γαλαξίες. Σαν εμένα υπάρχουν άλλα τρία άτομα. Στο σύμπαν.
-Μήπως ξέρεις και ποιος ήταν ο προγονός σου;
-Ο Διόνυσος. Ο μεγαλύτερος κατακτητής όλων των εποχών. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν τίποτα μπροστά του.
-Ξέρεις πολλά είπε ο κένταυρος.
Το μόνο που είδε ο Αραχνόμορφος ήταν τα πέταλα του κενταυρού λίγο πριν χτυπήσουν το κεφάλι του. Στεναχωρέθηκε βέβαια που δεν συζήτησαν και άλλα θέματα. Θα είχαν πολλά να πουν μαζί.

Το τέλος έφτασε για όλους. Προσπάθησαν να ξεγελάσουν τη μοίρα. Δεν τα κατάφεραν. Πάλεψαν με όλες τις δυνάμεις τους, έδωσαν το 100% των δυνατοτήτων τους μα πάλι δεν ήταν αρκετό. Τις τελευταίες τους στιγμές μπορεί και να είδαν τη ζωή με άλλο μάτι. Να άφησαν πίσω κάθε κακία και να συνειδητοποίησαν πόσο όμορφη είναι τελικά η ζωή. Τι σημασία είχε όμως; Πτώματα ήταν όλοι. Ίσως και να περπάτησαν στο τούνελ με το άσπρο φως. Ίσως να ξεκλείδωσαν την πόρτα της ύπαρξης. Μπορεί να βρίσκονται σε μια γωνιά στον ουρανό και να ζουν αγαπημένοι. Ίσως ο Αραχνόμορφος ζει με την αγαπημένη του ταραντούλα. Ο Γότθιος μπορεί να κολυμπάει ανάσκελα με μια ήρεμη θάλασσα και να τρώει μερέντα. Ο Μπλακ πιθανότατα βρήκε το Μέγα Αλέξανδρο και τον ρωτάει αν τελικά ήταν αδερφή. Ποιος ξέρει αν τελικά βρήκε και το Χριστό. Δεν θα είναι δίολου περίεργο αν ο Ασύκωτος συνάντησε τον Πέτροβιτς και του εξηγούσε λεπτομερώς τους λόγους που ποτέ του δεν ήταν καλύτερος μπασκετμπολίστας από το Σαμπόνις. Ο Βύσμας και ο Ταινίας θα παίζουν στοιχήματα στο μπάσκετ προσπαθώντας να παρατείνουν τη διαμονή τους στον παράδεισο. Μπορεί και να έχουν συμβεί αυτά. Το μόνο σίγουρο πάντως είναι ότι τα κουφάρια τους τα έφαγαν τα σκουλήκια. Ολόκληρα. Εκτός από του Ασύκωτου. Ήταν παχύς ο φουκαράκος.

Οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Καλύτερα όλοι μαζί και ο Φούτζι μόνος. Από τότε που έχασε τους φίλους του το έριξε στο καλλιτεχνικό. Έγραψε ένα ποίημα. Θα έβγαινε στα κανάλια, θα το έπαιζε δυστυχισμένος και μπορεί να γινόταν ντίβα. Αυτό ήταν πάντα το όνειρο του. Να γίνει γνωστός στο πανελλήνιο. Δούλεψε πολύ το έργο του. Ήθελε να είναι σωστά δομημένο και να μην έχει ατέλειες σε κανέναν τομέα. Ήταν η μεγάλη του ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρο του και δεν θα την άφηνε να πάει χαμένη. Το ποίημα ολοκληρώθηκε.

Όπως στον έρωτα έτσι και στη ζωή
Κάθε πλαστικός άγγελος κρύβει μια πληγή
Οι φίλοι έφυγαν, πήγαν μακρυά
Πόσο μου έχει λείψει να τους βλέπω φιλικά

Ο επιβάτης που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό
Το τραίνο που έχασε για πάντα το στάθμο
Η υπαρξή μας μάταιη, μονότονη, μουντή
Μοιάζει σαν να είμαστε για πάντα φυλακή

Ω θεοί μοναδικοί, δώστε πνοή
Δύναμη μοναδική
Κάντε τον πόνο ελπίδα και τη νύχτα μέρα

Αχ άπονη ζωή, απέλπιδα προσευχή
Φάρε των φάρων
Κάντε τη νύχτα μέρα και τον πόνο ελπίδα

Θεωρούσε δεδομένη την επιτυχία. Στο μυαλό του έμοιαζε με αριστούργημα και ας μην συμφωνούσε κανείς. Θα έγραφε ιστορία. Θα το δίδασκαν στα σχολεία. Ναι τα πίστευε. Ναι ήταν βέβαιος για αυτά. Εξάλλου το όνομα του ήταν Μόρι. Φούτζι Μόρι.


Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

A tale that couldn't be right 4:So it shall be written, so it shall be done

Το παρόν κείμενο αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα(ψωνάρα την είδες και συγγραφέας). Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. Αν αναγνωρίστε κάπου τον εαυτό σας καλύτερα μην το πείτε παραέξω. Δεν σας συμφέρει


Μάτια, χεράκια, στόματα, 'στορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου,
μάτια, χεράκια, στόματα, 'στορήστε μου
τον Πόνο Των Πραγμάτων και τ' Ανθρώπου.



Η παρέα ήταν έτοιμη να φύγει. Εκείνη την στιγμή πέρασε από το πάρκο ο Ράστας Τουπακάνης. Είχαν καιρό να τον δουν. Έκανε χειραψία με όλους. Μια κακιά συνήθεια που είχαν στην παρέα και δεν μπορούσαν να την αποβάλλουν. Λες και αν έλεγαν ένα γεια θα είχε παρεξηγηθεί κάποιος. Του πρότειναν να πάει και αυτός για Παλέρμο. Δεν θα μπορούσε. Θα πήγαινε σπίτι ενός φίλου του να ακούσουν μουσική και να πιουν καμιά ρετσίνα. Καμιά κάβα εννοούσε αλλά δεν το είπε. Του Ειδίκ του άρεσε η ιδέα. Βαριόταν τα παιχνίδια και προτιμούσε το αλκοόλ. Θα πήγαινε μαζί του. Έπρεπε όμως να περιμένουν λίγη ώρα μέχρι να αδειάσει το σπίτι. Εκείνη την στιγμή πέρασε ένας πιτσιρικάς γύρω στα 14 που έκανε προπόνηση tae-kwon-do μαζί με τον Φούτζι.

Τι έγινε ρε, είπε χιουμοριστικά ο Φούτζι, θα μάθεις επιτέλους να κάνεις κανένα απτσάκι;
Ακόμα στο απτσάκι είσαι; απάντησε ο μικρός

Η παρέα λύθηκε στα γέλια. Για την ακρίβεια ο Ράστας κυλίστηκε στο πάτωμα. Είχε την τάση να γελάει με το
παραμικρό. Ήταν συνηθισμένο για αυτόν. Ο Ασύκωτος είχε δημιουργήσει ένα μικρό παιχνίδι. Όποτε πήγαινε να πιει ένα αναψυκτικό ο Ράστας του έλεγε: Φτύστο, φτύστο. Πάντα το έφτυνε. Πότε κάτω στο πάτωμα, πότε σε κάποιον περάστικο, καμιά φορά πάνω στα ίδια του τα ρούχα. Δεν θύμωνε όμως, γελούσε πάντα. Οι γύρω του όταν τους έπαιρνα τα σκάγια σπάζονταν λίγο αλλά το ξεπερνούσαν. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό του Ράστα. Το μόνο που κατάφερε να ψελίσει ήταν:''Τι ο Μπέκαμ στην Ρεάλ; Θα πάρει την θέση του Φίγκο;''. Το έκλεισε. Κάποιος από την παρέα ρώτησε ποιος ήταν στο τηλέφωνο. Απάντηση δεν πήρε. Ο Ράστας κινήθηκε σιγά σιγά προς την άκρη του πάρκου και πέταξε το κινητό του με δύναμη στην απέναντι πολυκατοικία και έκατσε στο παγκάκι σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Τι έπαθες ρε ρώτησε ο Ειδίκ
Τίποτα μια χαρά είμαι απάντησε ο
Ράστας.
Βουβαμάρα επικράτησε στην παρέα. Μετά από λίγο ξεκίνησαν να μαζεύουν τα κομμάτια από το κινητό. Κάποιος βρήκε την πρόσοψη, άλλος την μπαταρία, και όλοι μαζί τα δέκα νούμερα του καντράν και την δίεση και τον αστερίσκο. Προσπάθησαν να το
συναρμολογήσουν. Πιο εύκολο θα ήταν να φτιάξουν τον optimus prime. Κάτι κατάφεραν. Το τελικό αποτέλεσμα δεν έμοιαζε πολύ με το αρχικό αλλά έκαναν ότι μπορούσαν. Ο Ράστας άρχισε να συνέρχεται. Έβριζε την Αγγλία πάντως και ευχόταν να κατακτηθεί ολόκληρη από την Ισπανία. Κανείς δεν κατάλαβε τον λόγο. Γελώντας ο Ειδίκ τον τράβηξε από το χέρι και τον σήκωσε. Ξεκίνησαν για το σπίτι με τις ρετσίνες. Οι υπόλοιποι εφτά ανηφόρισαν και αυτοί.
Καλά ρε γιατί
γελούσατε με την βλακεία που μου είπε ο σπόρος; ήταν η απορία του Φούτζι
Γιατί είσαι το μόνο άτομο που αν πυροβολήσει το κεφάλι του δεν θα χυθούν τα μυαλά σου στο πάτωμα είπε ο
Γότθιος
Και επειδή αναπνέεις συνεχώς άνεμο βλακείας συμπλήρωσε ο
Αραχνόμορφος
Γέλασαν αρκετά και
διακτινίστηκαν στο σπίτι του Γότθιου.

Σαν το σκυλί είπε και ήταν σαν να εννοούσε την ντροπή που εξακολουθούσε να ζει μετά από αυτόν

Φτάνοντας στο σπίτι ο Ταινίας ρώτησε αυτό που όλοι περίμεναν
Ρε σεις παραγγέλνουμε τίποτα;
Καμιά πίτσα λέει είπε ο Μπλακ
Τρεις μην σου πω σκέφτηκε φωναχτά ο Ταινίας.
Άντε πείτε τι θέλετε να πάρει τηλέφωνο ο
Ασύκωτος πρότεινε ο Γότθιος.

Ο Αραχνόμορφος ζήτησε μια απλή και ο Βύσμας μια από όλα ζαμπόν μπέηκον. Ο Γότθιος βραχυκύκλωσε μόλις τους άκουσε. Είχε να νιώσει έτσι από τις εξετάσεις στο εργαστήριο οπτικής.Ποτέ ξανά τους είπε δεν θα παραγγείλετε ενώ είμαι μπροστά. Το διόρθωσαν και οι δύο. Οι πίτσες θα αργούσαν. Δεν ξεκίνησαν αμέσως να παίζουν Παλέρμο. Δεν ήθελαν να διακόψουν το παιχνίδι λόγω φαγητού. Ο Μπλακ πρότεινε στον Ασύκωτο να κάνει καμιά βλακεία για να τον τραβήξουν βίντεο. Αυτός πήρε φόρα από τον διάδρομο για να κάνει θεαματική είσοδο. Αποτέλεσμα ήταν το βίντεο να ονομαστεί:Η πτώση. Έπεσε δίπλα από την πόρτα. Πήγε να σηκωθεί θεαματικά. Προσπάθησε να πιάσει το πόμολο αλλά αστόχησε και καρφώθηκε με το κεφάλι. Δυστυχώς αυτό δεν βιντεοσκοπήθηκε. Του έδωσαν μια κρύα κόκα κόλα επειδή δεν είχαν πάγο. Εκείνη την ώρα ο Φούτζι καθόταν σε μια χαλασμένη καρέκλα. Ο Γότθιος τον είχε προειδοποιήσει για το χερούλι ότι ήταν χαλαρό. Ο Φούτζι τον πήρε πολύ στα σοβαρά για αυτό το ταρακουνούσε πάνω κάτω μέχρι να του μείνει στο χέρι. Όταν το κατάφερε τελικά πήρε ένα απίστευτο χαμόγελο ικανοποίησης.

Γότθιος:Πόσο μαλάκας είσαι;
Φούτζι:Τι λες ρε; Αφού ήταν σπασμένη
Γότθιος:Δεν σου είπα να προσέχεις ρε ηλίθιε;
Φούτζι:Είσαι πολύ κομπλεξικός ρε.
Πήγαν να πιαστούν στα χέρια. Δεν έπρεπε να πει αυτή την λέξη. Εκείνη την στιγμή όμως έφτασαν οι πίτσες. Μπροστά στο φαγητό όλοι
ηρεμούσαν. Οι έξι άρχισαν να τρώνε. Ο Βύσμας την έβαλε στην κατάψυξη γιατί την ήθελε κρύα. Ήταν ικανός να φάει και κατεψυγμένη χωρίς να την ψήσει. Πρώτος τελείωσε ο Ταινίας και περίμενε υπομονετικά τους υπόλοιπους για να ξεκινήσουν το Παλέρμο.

Thus quoth the raven, nevermore


Ο μικρός καυγάς προμήνυε εξελίξεις. Αν τους έβλεπε κανείς από ψηλά θα τους παρομοίαζε με εφτά στήλες αρνητικής ενέργειας έτοιμες να εκραγούν. Μπορούσε κανείς να μυριστεί την αύρα τους. Αν τους φωτογράφιζες θα ήταν περικυκλωμένοι από μουντά και θολά χρώματα. Προσπάθησαν να μην δώσουν σημασία. Πίστεψαν πως θα το ξεπερνούσαν. Δυστυχώς για αυτούς η μοίρα είχε ήδη αρχίσει να υφαίνει τον ιστό της. Είχαν πιαστεί και οι εφτά και περίμεναν να έρθει ο μαρτυρικός και συνάμα λυτρωτικός θάνατος. Οι πρώτοι γύροι παιχνιδιού κύλησαν ευχάριστα. Που και που τους κατέστρεφε ο Φούτζι επειδή έκλεβε αλλά δεν του έδωσαν σημασία. Σε κάθε γύρο όμως σκότωναν πρώτο τον Γότθιο. Σε έναν ήταν ο δολοφόνος και χάρηκε που επιτέλους θα έπαιζε. Νόμιζε.

Αφού δεν πέθανε ο Γότθιος θα είναι ο δολοφόνος, είπε χαμογελώντας ο Βύσμας
Άντε στο διάολο ρε, δεν παίζω άλλο γκρίνιαζε όπως συνήθως ο Γότθιος αλλά δεν το εννοούσε.
Έφαγε δυο τρία μπινελίκια και στάνιαρε. Επόμενος γύρος και αφηγητής ήταν ο Φούτζι. Με μια δυνατή φωνή είπε τα παρακάτω λόγια:''Πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο. Έγινε ένα έγκλημα. Οι δύο δολοφόνοι να ανοίξουν τα μάτια τους και να κοιταχτούν. Τώρα τα κλείνουν και σηκώνουν τα χέρια. Ο ρουφιάνος ανοίγει τα μάτια του και τους βλέπει. Εντάξει; Ξεκινάμε". Μετά από ένα λεπτό πετάχτηκε ο Φούτζι.
Μάγκες έκανα λάθος. Ήμουν ο ρουφιάνος και ξέχασα να ανοίξω τα μάτια μου

Καλά ρε είπες ''ο ρουφιάνος να ανοίξει τα μάτια του'' και ξέχασες να τα ανοίξεις ο ίδιος; απόρησε ο Γότθιος

Ναι, γέλασε ο Φούτζι
Μπράβο γελοίε κατέστρεψες το παιχνίδι τον προκάλεσε ο Γότθιος

Αντάλλαξαν κάποιες εκφράσεις. Σκληρές είναι η αλήθεια. Ο Γότθιος προσπάθησε να ηρεμήσει την κατάσταση. Του εξήγησε ότι όλοι κάνουν λάθη αλλά αυτός γελούσε σαν χάχας και ότι έτσι ήταν προκλητικός.Δεν χρησιμοποίησε και την πιο ευγενική έκφραση όμως.

Το πρόβλημα μαζί σου Φούτζι, είπε ο Βύσμας, είναι ότι δεν λες ποτέ συγγνώμη.

Άλλη μια λάθος λέξη. Οι στήλες έσπασαν. Η αρνητική ενέργεια διασκορπίστηκε μέσα στο σπίτι. Μίση, πάθη, φθόνοι ξεχύθηκαν. Τίποτα πια δεν θα ήταν όπως πριν. Είχαν πηδήξει όλοι μαζί στο κενό από εκατό μέτρα ύψος και δεν υπήρχε καμιά τέντα να τους σταματήσει. Τέτοια κατηφόρα δεν είχε πάρει ούτε ο Μικρούτσικος στο από καρδιάς.


Καλή η παρέα μα και αυτή αραιώνει. Κάποιοι θα φύγουν, θα μείνουνε μόνοι.

Φούτζι:Τι είπες ρε;
Βύσμας:Αυτό που άκουσες; Όλοι συμφωνούν μαζί μου. Έτσι δεν είναι παιδιά;

Ασύκωτος:Ναι(με επιθετική και ειρωνική διάθεση)
Ταινίας:Αυτή είναι η αλήθεια. Τι σου κάνει εντύπωση;
Αραχνόμορφος:Πάω στο ψυγείο να δω αν έχει νερό(με απάθεια)
Φούτζι:(Στον Βύσμα)Εσύ δεν θα μιλάς. Είχες να μας μιλήσεις ένα χρόνο. Δεν ανήκεις στην παρέα.

Τώρα πλέον η κατάσταση είχε ξεφύγει. Ούτε επαγγελματίας διπλωμάτης δεν θα μπορούσε να την σώσει. Προσπάθησαν να ρίξει ο ένας τις ευθύνες στον άλλον. Κάτι για μια γκόμενα που γούσταρε ο ένας και της την έπεσε ο άλλος πριν πέντε χρόνια. Έξι διόρθωσε ο Γότθιος. Είχε καλή μνήμη αλλά το σχόλιο του ήταν άκυρο. Ο Φούτζι έλεγε στον Βύσμα να σκάσει. Ο Ταινίας απειλούσε να δείρει τον Φούτζι. Ο Ασύκωτος έσταζε χολή για όλους για να οξύνει τα πνεύματα. Ο Γότθιος απειλούσε πως θα τους πετάξει όλους έξω από το σπίτι του αλλά κανείς δεν τον άκουγε. Ο Αραχνόμορφος συζητούσε με τον Μπλακ για έναν δράκο που έπιασε μια όρκα και την κουβαλούσε στον ουράνο και για καλαμάρια με πλοκάμια κοντά στα 40 μέτρα. Είχαν την υπερβολή στο αίμα τους. Ο Βύσμας όρμηξε να δείρει τον Φούτζι. Τέσσερα άτομα προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν. Ο Ασύκωτος δεν συμμετείχε. Ήθελε να δει τον Φούτζι να τρώει ξύλο. Ο Βύσμας έδερνε τους τέσσερις έναν έναν και ξανά από την αρχή. Τον Φούτζι δεν τον έφτασε ποτέ γιατί τον φυγάδευσε ο Γότθιος στην τουαλέτα. Συμφώνησαν να ηρεμήσουν και να μιλήσουν την επόμενη μέρα. Ο Φούτζι βγήκε έξω και ζήτησε τον λόγο από τον Βύσμα. Τα ήθελε ο κώλος του. Τους άφησαν να δέρνονται. Ο Μπλακ έπαιζε γυροvision με τον Ασύκωτο. Προσπαθούσαν ο ένας να γυρίσει την ρώγα του άλλου. Ο Μπλακ κέρισε άνετα, όπως συνήθως. Εξάλλου ήταν ο εφευρέτης του παιχνιδιού. Ο Ασύκωτος όμως πόνεσε και τον χαστούκισε. Πήγαν να πλακωθούν αλλά ήταν και αρκετά τεμπέληδες. Έριχαν εναλλάξ χαστούκια χωρίς να κουνιούνται από την θέση τους και χωρίς να προσπαθούν να αμυνθούν.Κάτι σαν τον Σιγάλα και τον Αλβέρτη. Ο Γότθιος πάνω στα νεύρα του έβρισε τον spiderman. Τον batman ήθελε αλλά έκανε σαρδάμ. Ο Αραχνόμορφος τον άρπαξε και τον άρχισε στις γρήγορες. Ο Γότθιος σκεφτόταν την αρχή διατήρησης της ενέργειας. Ο Αραχνόμορφος ξεκίνησε από την ηρεμία και σπαταλούσε πολλή ενέργεια δέρνοντας τον. Δεν θα έπρεπε να ισχύει αυτό. Ήλπιζε ότι κάποια στιγμή θα κουραζόταν. Ο Ταινίας έβραζε στο ζουμί του. Ήθελε και αυτός να πλακωθεί αλλά δεν είχε κάποιον εύκαιρο. Για καλή του τύχη ένας γείτονας χτύπησε την πόρτα. Ο Ταινίας άνοιξε και ο γείτονας είπε"Τι θα γίνει ρε παιδιά; Πάρτε και κανένα time out''

Aυτό που δείχνεις ρε είναι η τεχνική ποινή τσίριξε ο Ταινίας και του όρμησε. Δεν ανεχόταν κανένα λάθος σχετικά με το μπάσκετ.

Νoone dared disturb the sound of silence



Κάποια στιγμή κουράστηκαν. Ο γείτονας έδωσε το χέρι του στον Ταινία και απολογήθηκε λέγοντας πως είναι ποδοσφαιρόφιλος. Ανέβηκε στο σπίτι έχοντας ρίξει όσες ακριβώς είχε φάει. Ήταν γερό σκαρί. Οι δύο πιο δαρμένοι ήταν ο Γότθιος και ο Φούτζι. Ο Ασύκωτος και ο Μπλακ δεν είχαν κανένα σημάδι. Απλά ήταν ξεμαλλιασμένοι. Οι υπόλοιποι τρεις ήταν σχεδόν άθικτοι. Έκατσαν ακριβώς όπως κάθονταν όταν έπαιζαν Παλέρμο. Σιωπηλοί όμως. Είχαν εκτονωθεί αρκετά. Κανείς δεν έφυγε όμως. Ήταν και λίγο ψυχανώμαλοι. Μια λέξη αν ακουγόταν θα έπεφτε περισσότερο ξύλο. Κάπου εκεί μίλησε ο Φούτζι στον Βύσμα

Έφαγες όμως ένα μπουνίδι στο σαγόνι άλλο πράγμα.
Δεν αντέδρασε κανείς. Απλά ένας ένας βγήκαν στο μπαλκόνι και πήδηξαν κάτω.

Don't be afraid your path is not of sorrow
Don't be afraid dreams are immortal


Το κινητό του Γότθιου χτύπησε. Τώρα θυμήθηκε. Είχε γυρίσει από το bowling και πήγε σπίτι να αλλάξει. Τα παιδιά θα τον περίμεναν στο πάρκο Ιρκ Ιρκ. Πρέπει να αποκοιμήθηκε και να ονειρεύτηκε. Τι εφιάλτης και αυτός. Ήταν σχεδόν αληθινός. Στο κινητό ήταν ο Ασύκωτος. Δεν το σήκωσε. Και αν του έλεγε να πάνε για Παλέρμο;

Άστο καλύτερα μονολόγησε και απενεργοποίησε το κινητό

This is the end, beautiful friend, the end
This is the end, my only friend, the end

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

A tale that couldn't be right 3: Πάμε για Παλέρμο;

Το παρόν κείμενο αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα(ψωνάρα την είδες και συγγραφέας). Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. Αν αναγνωρίστε κάπου τον εαυτό σας καλύτερα μην το πείτε παραέξω. Δεν σας συμφέρει

Ο Ασύκωτος και ο Γότθιος είχαν μόλις φτάσει στο ΑΕΚΙ. Πήγαιναν εκεί συχνά για να παίξουν τρεις παρτίδες bowling. Ήξεραν και οι δύο πως το σκορ θα έληγε 2-1 υπέρ του Ασύκωτου, αλλά δεν τους ένοιαζε καθόλου. Έπαιζαν για την χαρά της δημιουργίας. Εξάλλου ο Γότθιος έχανε με κάθε δυνατό τρόπο που θα μπορούσε να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Θα είχαν να συζητάνε πολλά μετά τα παιχνίδια. Πήγαιναν μόνο συγκεκριμένες ώρες. Μια ώρα προτού έρθουν οι καθαρίστριες. Τότε οι χρεώσεις ήταν πιο φτηνές, ειδικά για τους φοιτητές. Ήταν στεναχωρημένοι βέβαια γιατί και οι δυο βρίσκονταν στο έκτο έτος της φοιτησής τους. Σε ένα χρόνο δεν θα μπορούσαν να πάρουν πάσο και αναγκαστικά θα πλήρωναν ένα ευρώ παραπάνω. Ήταν και λίγο τσιφούτηδες τόσο με τα λεφτά όσο και με τα μαθήματα της σχολής τους. Ο Γότθιος σε έξι χρόνια είχε περάσει έξι μαθήματα και ο Ασύκωτος ένα που μπέρδεψε ο καθηγητής το ονομά του με τον επόμενο στην λίστα. Πάντως μέσα σε λίγες εβδομάδες κατάφεραν να γίνουν σταθερά τριψήφιοι στο bowling. Από το τίποτα κάτι ήταν και αυτό.

Σε μια γωνιά της γειτονιάς τους ο Βύσμας και ο Ειδίκ περίμεναν τον Ταινία. Όχι δεν έχει σχέση με τον κινηματογράφο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αιρ Τζορντανιάδης. Είχε ένα χαρακτηριστικό. Κοιλιά, μέση, στήθος, ωμοπλάτη ήταν ένα και το αυτό. Τους έτρεχε όμως όλους στο φαγητό. Απορούσαν όλοι που βάζει τόσες θερμίδες. Πιστεύουν πως στα 40 του θα έχει σκεμπέ τεράστιο αλλά κούνια που τους κούναγε. Από μακριά ο Ειδίκ είδε μια σκιά που αντί να ήταν στο πάτωμα άντε στον τοίχο περπατούσε όρθια
Πάλι έτρωγες ρε φώναξε στον Ταινία
Όχι απάντησε σπρώχνοντας με την γλώσσα ένα κομμάτι από τα δεκαπέντε σουβλάκια που χλαπάκωσε πριν λίγο.
Πήγαιναν για μπάσκετ. Ο Ταινίας και ο Βύσμας ήταν εξαιρετικοί. Απίστευτο playmaker ο πρώτος, αλτικό τριάρι ο δεύτερος. Όταν έπαιζαν nba live διάλεγαν πάντα hornets και cavaliers και έκαναν και οι δύο όργια με τον Paul και τον James αντίστοιχα. Έπαιζαν όμως και σε κανονικές ομάδες. Στην Ήρα Καλαμαρίου ο Βύσμας και στον Μινώταυρο Συκεών ο Ταινίας. Τους είχαν βάλει στα junior για να εξασκούνται τα πιτσιρίκια. Ο Ειδίκ δεν ήταν πολύ καλός. Απλά είχε τσαγανό και πάθος. Αν κάποιος αντίπαλος ήταν καλύτερος ή τον έδερνε ή του μιλούσε για την αρχαία Ελλάδα για να τον εκνευρίσει. Η παρουσία του ήταν σίγουρα απαραίτητη.

Τόπος: δισκάδικο post rock kwmocity. Μπλακ, Φούτζι και Αραχνόμορφος έκαναν τις βόλτες τους στο κέντρο. Η πρώτη τους στάση ήταν το δισκάδικο. Μόνο ο Μπλακ θα αγόραζε. Ο Αραχνόμορφος δεν άκουγε τέτοιες φλωριές. Ο Φούτζι θα πήγαινε μετά να αγοράσει μοντέλα. Ήταν μεγάλος μοντελιστής. Στο δισκάδικο ακουγόταν το τραγούδι thunderstruck.
-Μουσική για παραλία φώναξε ο Φούτζι
Ο Αραχνόμορφος πρωτοτύπησε και δεν τον χαστούκισε. Απλά έφυγε από το μαγαζί. Τον ακολούθησε ο Φούτζι. Ο Μπλακ δεν κατάλαβε τίποτα και έψαχνε τα cd. Ο Φούτζι προσπαθούσε να πείσει τον Αραχνόμορφο επί σαράντα λεπτά ότι στα beach bar ακούνε τέτοια μουσική.Ανεπιτυχώς. Μετά θυμήθηκαν ότι άφησαν στο μαγαζί τον Μπλακ. Μπήκαν μέσα και είδαν από πάνω του να στέκεται ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού. Πίστευε πως ο Μπλακ ήταν κλέφτης.
Τελειώνεις; είπε λακωνικά και κατσουφιασμένα ο Αραχνόμορφος
Τώρα σε λίγο. Στο d είμαι ήταν η ψύχραιμη απάντηση του Μπλακ
Με δεδομένο ότι η Αγγλική αλφάβητος έχει 26 γράμματα και ότι ο Μπλακ χρειάστηκε σαράντα λεπτά για τα τέσσερα πρώτα τα δυο παιδιά τον εγκατέλειψαν. Τους ακολούθησε τρέχοντας αγοράζοντας τελικά μόνο ένα τριπλό cd των Iced Earth.

Το σκορ ήταν 1-1. Χωρίς να ρωτήσει κανείς ο Ασύκωτος πάτησε νέο παιχνίδι. Ξεκίνησε με δυο strike και ο Γότθιος με δυο split. Χαμένο ήταν το παιχνίδι από το λεωφορείο ακόμα. Κάπου γύρω στην πέμπτη βολή ο Γότθιος έχανε με 33-101. Ήταν σειρά του Ασύκωτου. Ο διάδρομος παρουσίασε πρόβλημα. Η προστατευτική μπάρα ήταν μπροστά από τις κορίνες. Ο Ασύκωτος στεκόταν όρθιος. Με την αγέρωχη κορμοστασιά του, με το ατσούμπαλο περπατημά του και με το κεφάλι προς τα κάτω έριξε την βολή. Η μπάλα κύλησε αργά και βασανιστικά. Ο Γότθιος προσευχήθηκε στον Μάμρα να γίνει κάτι και να ανέβει η μπάρα. Αμ δε. Ένας γδούπος ακούστηκε έντονος κατά την σύγκρουση. Από την διπλανή καφετέρια έτρεξε ένας σερβιτόρος να δει αν όλα είναι καλά. Τα παιδιά έκαναν τους άσχετους. Δεν άκουσαν κανένα θόρυβο.Έβγαλαν τον σερβιτόρο τρελό. Συνέχισαν το παιχνίδι. Σε κάποια στιγμή ο Γότθιος άρχισε να ρίχνει βολές με το αριστερό. Αφού θα έχανε ας έχανε πανηγυρικά. Η μπάλα κύλησε στο αυλάκι. Ήταν τόσο αδύναμη όμως που η μπάλα έμεινε ακίνητη στην μέση του αυλακιού. Σηκώθηκαν και πήγαν λίγο πιο δίπλα να παίξουν air ice hockey. Εδώ έκαναν ωραία παιχνίδια. Τελικό σκορ 3-3. Ναι κανονικά είναι να λήξει στα εφτά πακ. Απλά το τελευταίο ήταν δραματικό. Μέσα στο πάθος και την ένταση σε μια κακή εκτίμηση του Γότθιου το πακ βρέθηκε σε έναν διάδρομο bowling. Ο Ασύκωτος ήθελε να το ζητήσει αλλά ο Γότθιος τον τράβηξε και έφυγαν.

Ποσειδώνιο. Άνθρωποι κάθε ηλικίας ασχολούνταν με το αγαπημένο τους άθλημα. Ο Ταινίας μπάνισε τρια πιτσιρίκια.
Μάγκες θέλετε να βγάλουμε λεφτά; είπε στον Βύσμα και τον Ειδίκ
Φυσικά απάντησαν και οι δυο φιλοχρήματοι
Αλάνια είπε ο Ταινίας στα πιτσιρίκια κανένα στοίχημα παίζετε;
Εννοείται απάντησε ο πιο κοντός από αυτούς. 1.97 ήταν
Συμφώνησαν να παίξουν ένα χαλαρό για ζέσταμα. Τα πιτσιρίκια έχασαν 21-15. Ο Ταινίας ήταν σίγουρος ότι θα τους ξεπαραδιάσουν γιατί χωρίς να παίξουν στο εκατό τοις εκατό των δυνατοτήτων τους κέρδισαν. Δεν σκέφτηκε ο άμοιρος ότι και τα πιτσιρίκια έκαναν την ίδια σκέψη. Δεύτερο παιχνίδι. 21-1 για τους πιτσιρικάδες. Ζήτησε ρεβάνς ο Ταινίας. Δεν ήθελε να χάνει. Όλα ή τίποτα λοιπόν. 21-2. Βελτιώθηκε η κατάσταση. Πάλι όλα η τίποτα. Αυτή την φορά το ζήτησε ο Ειδίκ. Άρχισε να αναλύει στον ψηλό της αντίπαλης ομάδας για τον Μέγα Αλέξανδρο και γιατί πρέπει να ψηφιστεί σαν σπουδαιότερος Έλληνας. Ο ψηλός έμοιαζε και λίγο μπουνταλάς. Δεν τον άκουγε. Ο κοντός είχε στυλ ψώνιου και έλεγε στον ψηλό να μην του δίνει σημασία. Ο μεσαίος στο ύψος,2.07, γελούσε σαρκαστικά με κάθε ίντσα της μελαχρινής του επιδερμίδας. 21-4. Ρεβάνς και πάλι. 21-6. Οι πιτσιρικάδες ξεκίνησαν με 1ο ευρώ και τελικά κέρδισαν 80 ο καθένας. Δεν δέχτηκαν όμως τα λεφτά. Τους είπαν ότι παίζουν σε ομάδα. Τα ονόματά τους με σειρά ύψους ήταν Κώστας, Παναγιώτης, Λουκάς. Ο προεδρός τους, κάποιος Τάκης, θα τους πλήρωνε περισσότερα. Φήμες λένε ότι μετάνιωσαν για αυτή την πράξη λίγους μήνες μετά.

Πηγαίνοντας προς το μαγαζί με τα μοντελιστικά ο Φούτζι ζητούσε από τον Μπλακ να αγοράσει το ένα από τα τρία cd. Κάποτε ο Φούτζι αγόρασε δίσκο και μόλις βγήκε από το μαγαζί το πούλησε σε έναν περαστικό. Θα έδινε 7 ευρώ για το ένα cd. Αφού και τα τρία έκαναν 20 η προσφορά ήταν συμφέρουσα για τον Μπλακ. Ο Φούτζι βέβαια γνωστό επιχειρηματικό μυαλό σκόπευε να φτιάξει μια θήκη, ένα εξώφυλλο και να το πουλήσει σαν σπάνιο σε κάποιον άσχετο. Ο Μπλακ απλά γελούσε, ο Αραχνόμορφος κουνούσε το απλά το κεφάλι του πάνω κάτω. Μέσα στο μαγαζί ο Φούτζι ανέλυσε την ιστορία του Βυζαντίου, μίλησε για την οργάνωση του Βυζαντινή Δημοκρατία της Ελλάδος και αγόρασε έναν ιππότη. Έδωσε τα ίδια λεφτά που χρειάστηκαν για την αγορά στον Αραχνόμορφο για να τον βάψει. Θα τον έβαζε και αυτόν στην ντουλάπα του και θα τον παρουσίαζε για δικό του δημιουργήμα. Η ώρα πέρασε και ο Αραχνόμορφος δεν πρόλαβε να αγοράσει μια λιβελούλα. Έριξε δυο κατάρες και πήγαν στην στάση. Περνούσε το 30. Συμφώνησαν να το αφήσουν για να πάρουν το 93 που περνούσε κοντά από το σπίτι τους. Ο Αραχνόμορφος και ο Μπλακ μπήκαν στο 93 και ο Φούτζι σε ένα 30 που ερχόταν πιο πίσω. Ακόμα δεν τους έχει εξηγήσει το σκεπτικό του. Κάποιος γνωστός τους πάντως που έτυχε να είναι στο 30 τους είπε πως κάποιος επιβάτης πάτησε το πόδι του Φούτζι, του έβγαλε το παπούτσι και τον ανάγκασε να κάνει κουτσό μέσα στο λεωφορείο. Τα σχόλια αυτά ελέγχονται ως ανακριβή.

Στο πάρκο Ιρκ Ιρκ ο Ασύκωτος και ο Γότθιος συζητούσαν για τα κατορθωματά τους. Κάθονταν σε διαφορετικά παγκάκια γιατί το μπουφάν του Ασύκωτου ήταν τίγκα στην ναφθαλίνη και ο Γότθιος είχε αλλεργία. Το είχαν πει ήδη σε δυο περαστικούς και τρεις γιαγιάδες που κάθισαν παραδίπλα. Ο Γότθιος το εξήγησε και σε ένα σκυλί για να μην μείνει απορημένο. Σε λίγη ώρα έφτασαν και οι Ειδίκ, Ταινίας, Βύσμας. Έλεγαν ότι έπαιξαν καλά αλλά έχασαν στις λεπτομέρειες. Ρώτησαν και αυτοί γιατί κάθονταν χωριστά ο Γότθιος με τον Ασύκωτο. Ήταν σειρά του Ασύκωτου να εξηγήσει. Ήρθαν μετά και ο Αραχνόμορφος με τον Μπλακ και τέλος ο Φούτζι. Το Ιρκ Ιρκ ήταν το στέκι τους.
Είμαστε οχτώ άτομα είπε ο Γότθιος. Πάμε σπίτι μου να παίξουμε κανένα Παλέρμο;
Συμφώνησαν όλοι.
Πάμε για Παλέρμο φώναξε χαρούμενος ο Φούτζι και ξεκίνησαν.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

A tale that couldn't be right 2:Η κατάρα του Φούτζι

Το παρόν κείμενο αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα(ψωνάρα την είδες και συγγραφέας). Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. Αν αναγνωρίστε κάπου τον εαυτό σας καλύτερα μην το πείτε παραέξω. Δεν σας συμφέρει


Βγήκαν έξω από το μαγαζί. Mερικοί από τους θαμώνες τους κοιτούσαν ακόμα έντονα. Ο Ασύκωτος πήρε το ύφος Μάρλον Μπράντο και έκλεισε το μάτι του σε μια χαριτωμένη κοπελίτσα. Αυτή κατσούφιασε και μετά άρχισε να δακρύζει και να προσπαθεί μάταια να βήξει. Της είχε σταθεί στον λαιμό λιωμένο κασέρι.
Μαλάκα φέρνεις συνέχεια την καταστροφή του φώναξε με οργή και μίσος ο Ειδίκ και τον απομάκρυνε κακήν κακώς.
Ευτυχώς που δεν τους κατούρησες και όλη την τουαλέτα πλην της λεκάνης αναφώνησε ο Γότθιος
Πάμε να φύγουμε πριν βάλει φωτιά όλο το μαγαζί ήταν τα τελευταία λόγια του Μπλακ και όλοι μαζί τράπηκαν σε άτακτη φυγή.
Το δύσκολο μέρος είχε τελειώσει ή είχε ήδη ξεκινήσει; Τώρα θα έπρεπε να αποφασίσουν τι θα κάνουν την υπόλοιπη νύχτα. Ο Ασύκωτος ήθελε να πάει στο Dimitris Cafe ένα μαγαζί με ζωντανή έντεχνη μουσική τύπου Πάριου και Ρέμου. Είχε καιρό να πάει και το πεθύμησε. Η τελευταία φορά που βρέθηκε εκεί ήταν τα ξημερώματα της ίδιας μέρας όταν έφυγε εντελώς ντίρλα και αφού ήδη είχε ξεράσει μέσα στο κρίκετ της μπύρας. Ο Ειδίκ ήθελε να πάει στο Back 2 Lido. Ένα κλαμπάκι που δούλευε μια σερβιτόρα που μπάνισε. Βασικά τρεις είχε σταμπάρει αλλά δεν πειράζει. Ο Αραχνόμορφος δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα αρκεί να υπήρχε βότκα όπου και να πήγαιναν. Ο Γότθιος βαριόταν απελπιστικά και σκεφτόταν να πάει σπίτι να κάνει τσατ στο mirc. Ο Μπλακ καθόταν ήσυχος. Όπου και αν πήγαιναν θα ξενέρωνε. Είχε συμβιβαστεί με την μοίρα του. Απλά προσευχόταν να διαλέξουν οι φίλοι του την λιγότερο αφόρητη λύση. Τέλος ο Φούτζι θα πήγαινε όπου πήγαινε όλη η παρέα. Εξάλλου για αυτόν μετράνε πιο πολύ οι φίλοι του παρά ο εαυτός του.
Ρε σεις δεν πάμε για κανένα counter πρότεινε ο Γότθιος. Δεν ήθελε να παίξει. Θα έχανε επίτηδες πάντα στην αρχή κάθε πίστας για να κάνει τσατ με την ησυχία του.
Μέσα είπε και ο Ειδίκ. Καιρό έχω να σας γαμήσω. Αλλά καμιά φορά πρέπει να παίξουμε και ζωντανά με αληθινά όπλα.
Ένας ένας συμφώνησαν. Πρώτα ο Μπλακ γιατί πραγματικά αυτή η λύση δεν ήταν καθόλου αφόρητη, μετά ο Ασύκωτος και τέλος ο Αραχνόμορφος απαίτησε να έχει μπαρ το νετ καφέ και πιο συγκεκριμένα absolute.
Οκ λοιπόν συμφωνήσαμε όλοι ας πάμε ακούστηκε από το στόμα του Μπλακ. Ανυπομονούσε να φύγουν πριν αλλάξει κάποιος γνώμη.
Ε να παιδιά ξέρετε εγώ ξυπνάω αύριο το πρωί νωρίς καιιι εεεε πρέπει να καλύψω και τα κενά μου στους κόκκινους ιππότες και νααα εεεε έχει και Ραπτόπουλο στο ράδιο. Αααα καλά να περάσετε, ψέλισε κυριολεκτικά και μεταφορικά ο Φούτζι.
Ρε γελοίε, ρε καραγκιόζη εσύ δεν είπες ότι θα έρθεις όπου συμφωνήσαμε όλοι; επιτέθηκε λεκτικά ο Ειδίκ
Προ προ πρόσεχε πως μμμ μμ μου μιλάς είπε ο Φούτζι μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα.
Οι υπόλοιποι της παρέας απλά γελούσαν. Ήταν συνηθισμένοι σε τέτοια θεάματα και συμπεριφορές. Ξαφνικά χτύπησε το κινητό του Ειδίκ. Το σήκωσε και δεν είπε πολλά. Το έκλεισε και έμεινε σαστισμένος.


Αυτός που τον κάλεσε ήταν ο Βυσματίας Ακί Πακαράνι Καρντάνοφ. Η καταγωγή του ήταν από την Τραπεζούντα. Το χαρακτηριστικό του κεφάλι το φανέρωνε αμέσως. Η καλύτερη μίμηση που έκανε ήταν ο Κεφάλας. Βέβαια είχε ρίζες και από την Σαουδική Αραβία. Για αυτό και τα δύο μεσαία του ονόματα. O σωματότυπος του πάλι έφερνε σε παλιούς Ανατολικογερμανούς σφαιροβόλους που έπαιρναν την μέρα παραπάνω αναβολικά από όσες καραμέλες τρώει ο Γότθιος. Χαμογελαστό παιδί. Φήμες λένε ότι έκανε διαγωνισμό με τον Ρεγκέιρο ποιος θα κρατήσει περισσότερη ώρα το χαμογελό του. Ο δεύτερος μετά τις πρώτες δέκα μέρες ψιλοκατσούφιασε. Ο Βύσμας(έτσι τον λένε για συντομία οι φίλοι του) εξακολουθεί να χαμογελάει και ας πέρασαν τρεις μήνες. Είχε και αυτός όμως τα ελαττώματά του. Όταν πήρε τηλέφωνο έλεγε γελώντας στον Ειδίκ ότι είναι στο νοσοκομείο και θέλει να πάει μαζί του κάποιος γνωστός για συμπαράσταση. Εκεί που οδηγούσε ο μπροστινός του φρέναρε απότομα και κόντεψαν να τρακάρουν. Κατέβηκε κάτω και άρχισε να κουνάει το μπροστινό αμάξι.
Ρε φίλε ηρέμησε δεν έγινε και τίποτα ακούστηκε μια φωνή από ένα αμάξι παραδίπλα
Ο Βύσμας γύρισε αργά και απειλητικά τον έδειξε με το δάχτυλο και τον προειδοποίησε πως αν δεν σταματήσει θα σκότωνε αυτόν πρώτα.
Κάποιος πάτησε την κόρνα. Ο Βύσμας πλέον έβγαζε καπνούς από τα αυτιά. Δεν ήξερε ποιον να πρωτοδείρει. Έκανε κύκλους γύρω από τον εαυτό του. Σκέφτηκε να κάνει αμπε μπα μπλομ αλλά ήταν πολύ οργισμένος και αυτό που έλεγε ήταν κάτι σαν ιμπα μπουμ μπλαπ. Όταν τελικά αποφάσισε να σκοτώσει στο ξύλο αυτόν που πάτησε την κόρνα συνειδητοποίησε ότι ο δρόμος είχε αδειάσει. Είχαν φύγει όλοι. Από τα νεύρα του άρχισε να τρώει ένα στυλό Pilot(όχι bic βλάκα Ασύκωτε). To μασούσε απολαυστικά και φαινόταν να απολαμβάνει την γεύση του. Για κακή του τύχη μαζί με το πλαστικό έφαγε και το μελάνι. Κάποιοι περαστικοί τον πέρασαν για σουπιά. Η τροφική δηλητηρίαση και η πλύση στομάχου δεν άργησαν να έρθουν. Ο Ειδίκ και ο Ασύκωτος θα πήγαιναν στο νοσοκομείο να τον επισκεφτούν. Ο πρώτος επειδή αγωνιούσε για τον φίλο του και ο δεύτερος γιατί παρίστανε ότι ενδιαφερόταν επειδή ο Βύσμας τον γυρνούσε πάντα σπίτι με το αμάξι. Οι υπόλοιποι τέσσερις είπαν να πάνε στην παραλία της Κρήνης σε κάτι παγκάκια και να μαλακιστούν.

Μπήκαν στο αμάξι του Αραχνόμορφου. Αυτός έβαλε ένα cd μουσικής. Ο Φούτζι γούσταρε
Ποιο συγκρότημα είναι; ρώτησε
Dead Soul Tribe απάντησε ο Αραχνόμορφος
Πως το είπες; Δεν άκουσα καλά
Dead Soul Tribe ξαναείπε ο Αραχνόμορφος χρησιμοποιώντας έναν πιο υψηλό τόνο στην φωνή.
Ο Φούτζι έκανε πως κατάλαβε αλλά το απορημένο βλέμμα του συγκρινόταν μόνο με κάτι παρόμοια από σκυλιά. Έφτασαν γρήγορα. Δεν ήταν και πολύ μακριά η Κρήνη
Φίλε μου πως το είπες το συγκρότημα ρώτησε διστακτικά ο Φούτζι
Ο Αραχνόμορφος στάθηκε μπροστά του, τον κοίταξε υποτιμητικά για ένα δυο δευτερόλεπτα και του άστραψε ένα χαστούκι. Μετά γύρισε ατάραχος και απομακρύνθηκε ησύχως. Οι άλλοι δύο της παρέας ξεράθηκαν στα γέλια
Καλα ρε περίμενες να καταλάβει το όνομα; Είπε ο Μπλακ. Και άντε καλά να πιάσει το dead άντε και το soul αλλά το tribe? Άσε ρε
Έλα μωρέ αφού τους ξέρεις αυτούς τους δύο. Αυτοί είναι ικανοί να μαλώσουν και για βαλσαμωμένες πεταλούδες απάντησε ο Γότθιος
Και οι τέσσερις άρχισαν να γελάνε ταυτόχρονα. Η παρεξήγηση λύθηκε. Τα κοκκινάδια όμως στα μάγουλα του Φούτζι είχαν μείνει. Που να ήξερε ότι δεν του είχε μείνει και πολύς χρόνος ζωής μπροστά του.
Σαν να έχει ψύχρα εδώ μουρμούρησε.
Ποιος είδε τον Αραχνόμορφο και δεν τον φοβήθηκε. Το θεώρησε μπηχτή για μια πρώην του κοπέλα που την έλεγαν ψύχρα. Άρχισε να του πετάει μπουκάλια μπύρας, κόκα κόλες, πέτρες και ένα νεκρό ψάρι που ξέβρασε η θάλασσα. Τις βότκες δεν τις ακούμπησε. Ήθελε να τις πιει μετά. Ο Μπλακ προσπάθησε να τον ησυχάσει
Μαλάκα δεν πας καλά ρε. Αν συνεχίσεις έτσι θα ρίξω ζελέ στην αράχνη που φυλάκισες στο μπουκάλι τον απείλησε ο Φούτζι.
Ο Αραχνόμορφος έψαξε γύρω του να βρει κάποιο έντομο για να αναγκάσει τον Φούτζι να το φάει. Έπιασε μια ακρίδα. Θα προτιμούσε έναν βατράχο αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Ο Μπλακ και ο Γότθιος με το ζόρι τον συγκρατούσαν. Τελικά ο από μηχανής θεός έκανε την εμφανισή του. Μια φίλη τους η Χαλκίνα Γιουβαρλάκι πέρασε από δίπλα τους
Καλέ γιατί φωνάζετε έτσι; τους είπε

Οι τέσσερις φίλοι μας σταμάτησαν να θορυβούν. Μπροστά σε κοπέλες ήταν σοβαροί για τα δικά τους δεδομένα. Αληθινά σούργελα γινόταν μόνο όταν έμεναν μόνοι τους. Συζήτησαν λίγο της είπαν για τον Βύσμα, προσποιήθηκαν ότι στεναχωρέθηκαν για δεκαπέντε δευτερόλεπτα και συνέχισαν την χαζή τους κουβέντα. Η βραδιά μόλις είχε αρχίσει. Η Χαλκίνα είπε στον Φούτζι ότι έχει να του ανακοινώσει ιδιαιτέρως κάτι δυσάρεστο. Αυτός είπε ότι δεν έχει μυστικά από τους φίλους του. Τα νέα ήταν σχετικά με την Ύρι Ντοματούλα. Την τέταρτη κοπέλα που ερωτεύτηκε ο Φούτζι αυτή την βδομάδα. Α ναι Τετάρτη έχουμε. Έχει δρόμο η βδομάδα ακόμα.Η Ύρι(από το ανορθόγραφο τρεχαντήρι) συνήθιζε να αποκαλεί τον Φούτζι ραπανάκι. Αυτός χαριτολογώντας ήθελα να της τα ρίξει λέγοντας της: ραπανάκι εγώ, ντοματούλα εσύ θέλεις να κάνουμε μια σαλάτα; Που να ήξερε όμως ότι το ελαιόλαδο το έριχνε άλλος.
-Η Ύρι τα έχει με άλλον. Τους είδα ήταν η μαχαιριά στην καρδιά του Φούτζι από την Χαλκίνα
-Δηλαδή, τι είδες ρώτησε ο Φούτζι
-Τους είδα να φιλιούνται
-Δηλαδή τα έχουν;
- Ε ναι
-Δηλαδή τους είδες να φιλιούνται;
-Ε τι σου λέω τόση ώρα;
-Κάτσε να το πάρουμε από την αρχή. Τα έχουν
-ΝΑΙ
-Τους είδες να φιλιούνται;
Πες ρε ότι τους είδες να πηδιούνται να στρώσει κραύγασε ο Μπλακ
Κάντο πιο μαρτυρικό. Πες ότι η γλώσσα της έφτασε στον ουρανίσκο του τύπου πετάχτηκε ο Γότθιος
Ρε μπούφε αυτή σε περνάει δύο κεφάλια, μαζί σου θέλεις να είναι; είπε ο Αραχνόμορφος παίρνοντας την μικρή του εκδίκηση. Στο μυαλό του είχε ήδη ολοκληρώσει την ολική εκδίκηση.

Ο Φούτζι απομακρύνθηκε και πενθούσε για τον χαμένο έρωτα του. Τα τέσσερα μέλη της παρέας που έμειναν συνέχισαν να μιλάνε. Δεν είχαν ποτά να πιουν γιατί ο Αραχνόμορφος τα είχε σπάσει όλα. Έλεγαν ιστορίες από το κάμπινγκ. Όταν κάθονταν έτσι πλάι στην θάλασσα ο Φούτζι είχε δει ένα κανις και το πέρασε για λύκο. Πίστευε πως οι λύκοι κατεβαίνουν δίπλα στην θάλασσα. Εδώ που τα λέμε πίστευε ότι και οι AC/DC είναι κατάλληλη μουσική για παραλία. Λέγανε επίσης την ιστορική ατάκα του Βύσμα. Είχε δει το φως από το φακό του φύλακα και τους είπε έντρομος: Μάγκες τρια είναι τα ενδεχόμενα. Το πρώτο είναι να μας κάνει παρατήρηση, το δεύτερο είναι να μας καρφώσει στην ιδιοκτήτρια και το τρίτο... δεν το ξέρω. Γέλασαν τόσο έντονα που τίποτα δεν θα μπορούσε να τους διακόψει. Νόμιζαν. Ο Γότθιος αισθάνθηκε ένα ρεύμα αέρα στην πλάτη του και άκουσε έναν παφλασμό στην θάλασσα. Είδε πίσω του τα ρούχα του Φούτζι και μπροστά του τον Φούτζι να κολυμπάει. Η Χαλκίνα ούρλιαζε να βγει αμέσως έξω και ότι δεν πειράζει που η Ύρι τα έχει με άλλον. Ο Γότθιος σκέφτηκε πως ο Φούτζι θα πεθάνει από σαλμονέλα, ο Μπλακ υποστηρικτής των παραφυσικών θεωριών πίστεψε πως μπορεί να πεταχτεί από εκεί μέσα κανένα γιγάντιο καλαμάρι και ο Αραχνόμορφος γελούσε σαρκαστικά. Τέτοια εκδίκηση ούτε ο ίδιος δεν θα μπορούσε να σκεφτεί. Τα νερά της θάλασσας ήταν τόσα βρώμικα που το θεώρησε ακραίο να ρίξει τον Φούτζι μέσα.

Τελικά ο Φούτζι βγήκε έξω παγωμένος. Είχε αρχίσει να βγάζει ψυχρ εεε κρύο. Άσε μην φάω και εγώ ο εκφωνητής καμιά σφαλιάρα. Τα παιδιά αποφάσισαν να φύγουν. Ο Αραχνόμορφος δεν έβαζε τον Φούτζι στο αμάξι με την πρόφαση ότι θα του βρέξει το κάθισμα. Πως το χαιρόταν η κουφάλα το όλο σκηνικό δεν περιγράφεται με λόγια. Ο Φούτζι έμεινε μόνος να στεγνώσει. Τα τέσσερα παιδιά γύρισαν πίσω με το αμάξι. Μετά από ένα λεπτό άρχισε να βρέχει. Ο Φούτζι δεν εμφανίστηκε για μια βδομάδα. Ποτέ δεν τους αποκαλύψε πως γύρισε σπίτι και μετά από πόση ώρα. Το σίγουρο είναι ότι μετά από εκείνη την μέρα θα μπορούσε να γυριστεί ταινία με τίτλο ο καταραμένος. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβετε τον πρωταγωνιστή ε;

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

A tale that couldn't be right(με καμιά Παναγία σας λέω)

Το παρόν κείμενο αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας του συγγραφέα(ψωνάρα την είδες και συγγραφέας). Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. Αν αναγνωρίστε κάπου τον εαυτό σας καλύτερα μην το πείτε παραέξω. Δεν σας συμφέρει

Το όνομα του ήταν Μόρι. Φούτζι Μόρι. Ήταν μια βραδιά συνηθισμένη σαν όλες τις άλλες. Είχε βγει με πέντε φιλαράκια του για ποτό. Σε μια φάση ένιωσε την ανάγκη να επισκεφθεί την τουαλέτα. Κάποιες γυναικείες συνήθειες του είχαν μείνει λόγω της τραυματικής του παιδικής ηλικίας. Έτσι ήθελε κάποιον για παρέα. Ο Γότθιος Καρπαθόπουλος βαριόταν όπως πάντα την ζωή του. Πήγε μαζί του όχι επειδή ήθελε, αλλά επειδή κάπου έπρεπε να σύρει το σαπισμένο του κουφάρι. Έφτασαν. Ο Φούτζι χτύπησε την πόρτα, την άνοιξε, είπε συγγνώμη στον άνθρωπο που ήταν μέσα και περίμενε καρτερικά. Μίλησαν λίγο με τον Γότθιο για κάποιους περασμένους έρωτες που έζησαν στο νηπιαγωγείο και για το τι θα γινόταν αν στον τελικό του 2003 η προβολή του Μόρις δεν είχε βρει το δοκάρι. Η ώρα περνούσε και ο τύπος δεν έλεγε να βγει. Ακόμα και κόψιμο να είχε θα έπρεπε να είχε τελειώσει. Ο Φούτζι εκνευρίστηκε. Άνοιξε την πόρτα και είπε θυμωμένος: Φίλε αργείς; Με το άνοιγμα της πόρτας ο Γότθιος αντίκρισε κάτι ιδιαίτερα σπάνιο. Μια άδεια λεκάνη.
Καλά ρε είπες συγγνώμη στην λεκάνη; απόρησε ο Γότθιος
Εσύ μου είπες ότι είναι κάποιος μέσα απάντησε αμήχανα ο Φούτζι
Ρε τράβα χέσου ήταν η αφοπλιστική απάντηση του Γότθιου

Γρήγορα επέστρεψαν στο τραπέζι τους. Ήταν εκεί και τα άλλα τέσσερα άτομα της παρέας. Ο Ειδίκ Οσφρούρος που το όνομα του φανερώνει την Τούρκικη του καταγωγή όσο και να προσπαθεί να την αποποιηθεί, ο Αραχνόμορφος Γρύλος που εκείνη την ώρα είχε πιάσει ένα κουνούπι και του έβγαζε τα φτερά, ο Ασύκωτος Μαυροπνεύμονος που ρευόταν και ο Μπλακ Μεταλίδης που έριχνε κατάρες στον dj επειδή έπαιζε Πλούταρχο. Ο Γότθιος τους διηγήθηκε την ιστορία με τον Φούτζι
Μαλάκα πρέπει να βρεις γκόμενα επειγόντως είπε ο Ειδίκ
Μμμ τι να σου πώ, ούτε αυτό τον σώζει, είναι ανίατη περίπτωση μονολόγησε με το σαρκαστικό του υφάκι ο Αραχνόμορφος
Ο Μπλακ στην αρχή απόρησε. Μετά το επεξεργάστηκε και αφού συνειδητοποίησε τι έγινε λύθηκε στα γέλια.
Ο Ασύκωτος απλά ζήτησε από την σερβιτόρα έξι σφηνάκια τεκίλα και ότι πίνει αυτή. Η σερβιτόρα έφερε τα έξι σφηνάκια αλλά για την ίδια δεν έφερε κάτι. Όπως συνήθως.
Τσούγκρισαν τα ποτήρια. Οι πέντε έκαναν το αυτονόητο. Ήπιαν το σφηνάκι. Ο Ασύκωτος είχε μικροπροβλήματα. Το σφηνάκι αντί να ακολουθήσει την πορεία στομάχι-οισοφάγος ακολούθησε μια διαφορετική διαδρομή. Στόμα-μύτη-ποτήρι. Στην παρέα προκλήθηκε πανικός
Ξαναπιές το και αυτή την φορά να σου βγει από τα αυτιά τον παρότρυνε ο Γότθιος
Πρώτη φορά βλέπω άνθρωπο να κάνει πόλεμο με σφηνάκι είπε ο Μπλακ
Έτσι θα πάρουμε ρε την Πόλη; τον ρώτησε ο Ειδίκ

Όλοι τους κοιτούσαν. Είχαν γίνει περίγελος. Σηκώθηκαν και έφυγαν. Ο Ειδίκ περπατούσε καμαρωτός ρίχνοντας πλάγιες ματιές για να δει κανένα καλό γκομενάκι, ο Μπλακ φαινόταν αφηρημένος. Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι απλά πενθούσε για τον ξεπεσμό των cradle of filth. Ο Ασύκωτος βγήκε από το μαγαζί αφού πάτησε πέντε πελάτες και έσπρωξε άλλους δέκα. Ο Φούτζι είχε το γνωστό του χαμόγελο και έκανε συνέχεια τζζ τζζ. Ο Γότθιος μετέφερε την καμπούρα του και τα αραιά μαλλιά του από αγγαρεία και ο Αραχνόμορφος είχε φυλακίσει μια αράχνη σε ένα μπουκάλι μπύρας για να την εκπαιδεύσει.

Ο Φούτζι τους είπε ότι πεινάει πάρα πολύ. Ότι θα λιποθυμήσει αν δεν φάει κάτι αμέσως. Είχε ανάγκη από πολύ φαι. Έφτασαν στον χώρο. Ο Φούτζι ζήτησε μια κασεροκροκέτα. Θα τον κρατούσε για κανένα μήνα. Ο Ασύκωτος δεν μπορούσε να φάει πολύ γιατί ο γιατρός του σύστησε υγιεινή διατροφή. Έφαγε ένα τοστ μόνο με τυρί και ήπιε μια δυομισάλιτρη κόκα κόλα. Η συχνότητα του ρεψιμάτος ανέβηκε δέκα τάξεις μεγέθους. Ο Μπλακ παρήγγειλε ένα κλαμπ που αντί για ντομάτα να έχει αγγούρι, αντί για ζαμπόν να έχει μπέικον, αντί για γαλοπούλα να έχει προσούτο και τέλος αντί για μαγιονέζα να έχει χτυπητή. Το περίεργο είναι ότι το χρέωσαν σαν κλαμπ. Ο Αραχνόμορφος ζήτησε μια βότκα σκέτη. Επειδή το μαγαζί δεν σερβίριζε αλκοόλ ζήτησε ουίσκι. Μετά από το στραβομουτσούνιασμα του υπαλλήλου έφαγε ένα χοτ ντογκ και κάλμαρε. Ο Ειδίκ έφαγε ένα σάντουιτς με φιλέτο κοτόπουλο και μαύρο ψωμί γιατί πρόσεχε την διατροφή του και τέλος ο Γότθιος πήρε μια κρέπα που χρησίμεψε για μάσκα προσώπου.

Έφυγαν και από εκεί ρεζιλεμένοι. Η συνέχεια σύντομα στις οθόνες σας. Να σας κρατάω σε αγωνία.